Στην τότε Χριστουγεννιατικη επιστροφή μου στην πατρίδα, το ξαναδιάβασα για τέταρτη φορά πια, το πήρα μαζί μου, και από τότε το πάω και το φέρνω όπου βρεθώ, το κουβαλάω πάντα μαζί μου, σε αλλαγές, σε άλλα σπίτια, σε άλλα δωμάτια, σε άλλα κρεβάτια. Το Τρίτο Στεφάνι, δεν ξαναμπήκε ποτέ σε βιβλιοθήκη, έμεινε μαζί με κάποια άλλα λίγα βιβλία στο υπνοδωμάτιο. Γιατί το Τρίτο Στεφάνι για μένα ήταν η Ελληνική Αγια Γραφή.
Ο Ταχτσής λέει ότι η Εκάβη, στο Τρίτο Στεφάνι, είναι η Ελλάδα. «Όταν διαμαρτύρεται και κλαίει, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω. Να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα».
Η Νίνα λέει για την Εκάβη, «ήταν και Διάβολος, ήταν και Θεός.... Την είχα ικανή για τις ευγενικότερες πράξεις αλλά και για τις μεγαλύτερες κακίες»... Η Ελλάδα.
Η Εκάβη αγαπάει τα παιδιά της αλλά την ίδια ώρα τα καρφώνει στην αστυνομία ότι είναι κομουνιστές. «Κάνει πολύ καλό στον Δημήτρη μου η φυλακή. Να τον δεις Νίνα μου, έγινε ροδομάγουλος, ξέκοψε από τους κομουνιστές, τους πούστηδες, και τους πρεζάκηδες»
Η Εκάβη συζητάει, χαμογελάει, καμαρώνει κι ας τα ψευτοξορκίζει τα καμώματα του λατρεμένου και πανέμορφου γιου της, του Δημήτρη. Ο Δημήτρης, ίσως η πιο τραγική, αλλά και η πιο παραγνωρισμένη φιγούρα όλου του έργου. Τον ψιλομαλώνει «καθωσπρεπειστικα» η Εκαβη χαμογελώντας όταν ο Δημητρης πηδάει τον επαρχιώτη για 20 τάλιρα. Βάζει το κατοστάρικο στον κόρφο της, όταν ο Δημήτρης αντί να πηδήξει τον μικροαστό με τα κατεβασμένα βρακιά, τον πιάνουν τα ...κομουνιστικά του και τον κλέβει βάζοντας του την φαλτσέτα στο λαιμό. Δασκαλεύει τον Δημήτρη να μην μιλάει στον μικρό Άκη, που καμαρώνει ντυμενος με την στολή της Νεολαίας Μεταξά για την θρησκεία που είναι το όπιο του λαού, «Νίνα μου δεν υπάρχει Θεός, αλλά θα τα πει και αλλού το παιδί αυτά, είναι εποχές για τέτοια;», αλλά η Εκαβη θα πέσει να πεθάνει όταν ο Δημητρης ερωτευτεί την ...αλλοθρησκη Εβραια. «Θα μας κάψει ο Θεός Νινα μου».
Ο Δημητρης μπορεί να κλεβει για την πρεζα του, μπορεί να ειναι κομουνιστής, μπορεί να ειναι επιβητορας του καθενός για 10 ταληρα...αλλά δεν πρέπει να ερωτευτεί. Δεν πρέπει ποτέ να αγαπησει καμμία πάνω απο αυτήν. Όταν επιτέλους ο Δημήτρης βρίσκει το αποκούμπι του, την Εβραία Βικτόρια, η Εκάβη θα του πριονίσει το τελευταίο κλαδί.
Σε εκείνον τον καυγά του με την Εκάβη...ουρλιάζει ο Δημήτρης χτυπώντας την μάννα του «Κουφάλα, τι θέλεις, μωρή; Δεν σε γαμώ, όχι εσένα δεν σε γαμώ» Και λίγο παρακάτω «μαμάκα, τι κάνετε μαμακα;»
Και όταν πια ο Δημήτρης θα πεθάνει... η Εκάβη δεν θα έχει πια λόγο να ζει. «Την αγαπάω την ζωή Νίνα μου, δεν ξέρω. Να πεθάνω... Κι αν αλλάξω γνώμη;»
Μια Εκάβη, μια Ελλάδα... Η Εκάβη, αυθαιρετεί, αδικεί, σφάλλει, αγαπάει, ξεπουλιέται, μεγαλοπιάνεται, κλαίει και γελάει ταυτόχρονα, αδικεί τις κόρες της, την πουτάνα την Ελένη, την παρθενοραμενη Πολυξένη, τον απόμακρο Θοδωρο. «Το μόνο παιδί που δεν με πικρανε ποτέ. Αχ, τον Θόδωρο μου, τον παραμέλησα». Η Εκάβη έχει το ακλόνητο άλλοθι. Την διαστροφική της αθωότητα.
Η Νίνα πάλι δεν είναι λαϊκό κορίτσι. Η Νίνα, είναι μεγαλωμένη στην οδό Σίνα. Δρόμος ορόσημο. Δρόμος όριο ανάμεσα στο μεγαλοαστικό Κολωνάκι και τα μικροαστικά Εξάρχεια.
Η Νίνα σε όλο το βιβλίο επαναλαμβάνει δυο ατάκες ...«όταν πουλησαμε τη Σίνα», και τον αποτροπιασμό, το μίσος για την κόρη της "θα με σκοτώσεις φάουσα».
Από την Σίνα, η Νίνα θα περνάει από τα μπλόκα των Αριστερών στους Δεξιούς και πάλι πίσω. Η Νινα είναι Χριστιανή και συνάμα ειδωλολατρισα, η Νίνα δεν ανηκει πουθενά, μόνο στην αφέλεια και την ασφάλεια της επιβίωσης της.
Η Νίνα ερωτεύεται μόνο μια φορά, τον πρώτο της έρωτα, που όμως ...τα έχει και με άλλον. Και έτσι δεν την αφήνουν να τον στεφανωθεί. «Ας με αφήνανε να τον πάρω, θα τον έστρωνα εγώ, ποτέ δεν πρέπει να ακούς τους άλλους». Η Νίνα θα στεφανωθεί τρεις φορές- "κι αν αλλάξει η Εκκλησία την γνώμη της θα κάνω και τέταρτον"- κάθε φορά για άλλον λόγο, ποτέ όμως από έρωτα.
Η Νινα, κουβαλάει τον δικό της σταυρο, την Μαρία την κορη της, την φαουσα, «ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!…»
Το παιδί του πρώτου της στεφανιού, του Φώτη που τη τρίτη νύχτα του γάμου τους, την απάτησε με ...τον αδελφό της. Τον αδελφό της τον Αντώνη, που ο λατρεμένος πατέρας της Νινας αποδιώχνει από το σπίτι. «Δεν ήθελε πούστηδες στο σπίτι μας»...στο σπίτι της Σίνα. Ο Αντώνης, ευαίσθητος, αναζητάει τον έρωτα στους νταβραντισμένους, καυλωμένους που τον περιγελάνε, τον κλέβουν, τον λοιδορούν. Τον Αντώνη που η μόνη του παρηγοριά γίνεται μόνο η πρέζα. Η Νινα, τον ...αγαπάει τον αδελφό της, αλλά η Νινα δεν τον συμπονά, τον κρατάει μακριά. "Στο πλυσταριό, μπορώ να σε βολέψω για λίγες νύχτες"... Τον Αντωνη που πεθαινει στην εξορία.
Η Νίνα μαστόρισσα της επιβίωσης, κάνει σλάλομ σε όλη τα ιστορικά συναπαντήματα, Βαλκανικούς, Μεταξά, Ελληνοιταλικό, το συλλαλητηριο για την Κορυτσα, που όμως της πιανουν τον κώλο και οι καλτες της γεμιζουν πόντους, την Κατοχή, τον Εμφυλιο, μέχρι την δεκαετία του 50, που θα βάλει το τρίτο της στεφάνι, τον φαλακρό...αλλά κοσμοπολίτη Θόδωρο, τον γιο της Εκαβης. "Δεν είμαι πια νέα"...απολογείται στον εαυτό της. "Φαλακρός... Ε, φαλακρός. Δεν έχει και λεφτά. Δεν πειράζει...", έχει αυτή, της τα άφησε κληρονομιά το δεύτερο της το στεφάνι.
Ο Ταχτσής γράφει σε ένα σημείωμα, που βρίσκεται μετά τον θάνατο του, αλλά με ημερομηνία την μέρα που πέθανε η μητέρα του. "Τέλος τώρα, είμαι ορφανός και εκ μητρός. Καιρός είναι να πετάξω τα γυναικεία, να βγάλω τη μάσκα και να δείξω ποια επιτέλους είναι η Νίνα".
Ο Ταχτσής έγραψε ένα και μοναδικό μυθιστόρημα, και με αυτό το έπος του ελληνικού μικροαστισμού, κατάφερε να κάνει γκελ στις ψυχές των αναγνωστών του, επί 50 χρόνια.
Ο Ταχτσής πουλησε το 1962 ένα πατρικό σπίτι στο Μεταξουργείο για να κάνει μόνος του την έκδοση του Τρίτου Στεφανιού. Το βιβλίο μένει εντελώς περιθωριακό, και μόνο στην δικτατορία, αρχίζει να διαβάζεται. Ο ίδιος έλεγε ότι οι γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων ψάχνοντας για κάτι «ανάλαφρο», ένα «καταθλιπτικό διάλειμμα» στα πολιτικά αναγνώσματα των κρατουμένων της χούντας, έστελναν στους άνδρες τους το ...Τρίτο Στεφάνι. Μια χαλαρή θηλιά γύρω από το λαιμό του όποιου αποφασίσει να χαθεί στα μονοπάτια του βιβλίου.
Έχουν γράψει τόσοι πολλοί και τόσα πολλά , για τον Ταχτση, και το Τρίτο Στεφάνι. Υπάρχουν τόσες πολλές ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, για την γιαγιά του την Πολυξένη που είναι η Εκάβη, για τον μικρό Άκη που είναι ο ίδιος, γιαυτό που ο ίδιος έλεγε παντού... "η Νινα είμαι εγώ". Νίνα ήταν και το όνομα που χρησιμοποιούσε ο Ταχτσης τα βράδια του ρίσκου και της ηδονής.
Μένω σε αυτό που είπε ο αμείλικτος εχθρός και αμείλικτος φίλος του για αυτόν. Ο Τσαρούχης. «Ο Ταχτσής έκανε γκελ στην άβυσσο.»
Ο Ταχτσής υπήρξε το μαύρο πρόβατο της ελληνικής κατεστημένης διανόησης. Κανείς ποτέ δεν του συγχώρησε ότι ένας περιθωριακός συγγραφέας, ένας τραβεστί, κατάφερε να γίνει ένας συγγραφέας "θρύλος", κατάφερε να χειραγωγήσει την «πνευματική ζωή», να γίνει σημείο αναφοράς, καταφερε να επιχειρουν κατα δεκαδες οι νεώτεροι να τον αντιγραψουν σε αυτό το αρχετυπικο δραμα του Τριτου Στεφανιού, σε αυτό έπος του ελληνικού μικροαστισμού, σε αυτόν τον προφορικό λόγο που κατόρθωσε πρώτος αυτός, να κάνει γραπτό .
Πρόσφατα διάβασα τον Βασιλάκο που τον ιστορεί και παλεύει να τον ερμηνεύσει, στην «αθέατη πλευρά της σελήνης». Και τον σκοτώνει για μια ακόμα φορά, όπως κάθε ιστοριογράφος που στρογγυλεύει τις γωνίες, που αφαιρεί από τα επίπεδα, που τον φέρνει στα μέτρα της κοινής γνώμης και της κοινής ηθικής.
Ένοιωσα ακριβώς την ίδια απέχθεια που ένοιωσα για τον τόσο ανόητο Χαριτόπουλο, που έκανε ακριβώς το ίδιο λάθος για τον Άρη Βελουχιώτη. Πάλεψαν να φέρουν κολοσσούς στα άθλια μικρά μέτρα τους. Στα μέτρα της κοινής ηθικής.
Δολοφονήθηκε ή ο ίδιος σκηνοθέτησε τον θάνατο του. «Σκεφτείτε τον Ταχτσή 70αρη να πεθαίνει με όρους και σωληνάκια», θα αναρωτηθεί η φίλη του η Παλόμα...
Στη μυθολογία του Ταχτσή, με όλη της την παιδική αθωότητα, ποιος θάνατος θα ταίριαζε περισσότερο; «Ο Κώστας ξύπναγε κάθε πρωί κι έστηνε τη μέρα του σαν θέαμα. Σε αυτό το θέαμα περιλαμβανόταν και η νυχτερινή του έξοδος. Το πέρασμά του από την πιάτσα. Τον μεθούσε η ιδέα. Πιο πολύ κι από το πιοτό». Θα πει ο Νιαρχος στον Τατσοπουλο.
Ο Ταχτσής, που τσακώθηκε βιαία και ηδονικά με όποιον ήθελε να βάλει σε νόρμες και νομιμοτητες την ομοφυλοφιλία και τους τραβεστί, που έκανε ομηρικούς καυγάδες με όποιους προσπάθησαν να βγάλουν την ομοφυλοφιλία από το περιθώριο, ο ίδιος που συστηνόταν σαν αντιφρονών, σαν αντιρρησίας, σαν μοναχοπερπατητής, αυτός που αρνιόταν να γίνει μέλος οποιασδήποτε οργανωμένης ομάδας έγραφε στην Λέξη. «Η ομοφυλοφιλία είναι και θα είναι πάντα περιθωριακή, γιατί περιθωριακή είναι και η ομοφυλόφιλη τάση στον άνθρωπο -άσχετα αν μερικοί καθηλώνονται αποκλειστικά σ' αυτήν. Πώς να το κάνουμε, η ανθρωπότητα αποτελείται από άντρες και γυναίκες. Υπάρχει πάντα ένα περίσσευμα σεξουαλικότητας, που εκτονώνεται με πολλούς τρόπους -τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία, την τέχνη, το όνειρο. Μ' αυτά όμως, κακά τα ψέματα, δεν μπορείς να κάνεις παιδιά. Είναι της παρηγοριάς...»
Είδα το Σάββατο το βράδυ την παράσταση του Τρίτου Στεφανιού στην σκηνή του Εθνικού. Μια παράσταση σχεδόν 4,5 ώρες που περίμενα με λαχτάρα. Ίσως δεν περιμενα πολλά απο τον Φασουλη και τις γνωστες και σκηνοθετικές αλλά και σκηνικές ευκολίες του. Αλλά περίμενα πολλά, πάρα πολλά από τον Νιάρχο. Η παρασταση ήταν απογοητευτική, αν και διεθετε δυο εκπληκτικές ηθοποιους στοςυ ρόλους των δυο πιο πολυσυζητημένων και ζόρικων περσόνων της ελληνικής λογοτεχνίας. Και επειδή έχω δει πολλές κακοσκηνοθετημενες παραστασεις, δεν θα το έκανα θέμα, αν το έργο δεν ήταν η δική μου Ελληνική Αγία Γραφή. Με χάλασε. Με χάλασε πολύ. Παρα πολύ.