Δικαίωμα δεν είναι κάτι το οποίο σου δίνει κάποιος, αλλά κάτι το οποίο δεν θα επιτρέψεις σε κανέναν να σου ...πάρει
Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012
Πολίτευμα: Έρωτας
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Ο Καρίμ και ο Κάρολος
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011
“And , If we should fail?”.

Στο απόγειο της καριέρας του ως Σαιξπηρικός ηθοποιός ο sir Αλεκ Γκίνες, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 60, αποφασίζει να ανεβάσει Μάκβεθ.
Κι αυτό το θεατρικό γεγονός από μόνο του, ίσως θα ήταν ένα ακόμη διαμάντι στο στέμμα του, αν δεν αποφάσιζε να προτείνει το ρόλο της Λαίδης Μάκβεθ στη Σιμόν Σινιορέ. Σε μια Σινιορέ, που τότε κάνει χολυγουντινή καριέρα, και που οι θεατρικές της εμπειρίες είναι λιγοστές, οι δε Σαιξπηρικές της είναι ...ανυπαρκτες. Κι ακόμα χειρότερα μια Σινιορέ που δεν μιλάει καν αγγλικά αλλά αναμασάει τα στοιχειώδη αμερικάνικα των κινηματογραφικών της ρόλων.
Πρεμιέρα. Κατάμεστο το Royal Court Theatre, από ένα κοινό, τόσο καλά εκπαιδευμένο που γνωρίζει τους Σαιξπηρικους διάλογους ... «από καρδιάς».
Κάπου στη μέση της Πρεμιέρας εκείνης της τόσο πολυδιαφημισμένης παράστασης, του θεατρικού ...γεγονότος της εποχής, η Σιμον Σινιορέ, η Λαίδη Μάκβεθ ...χάνει τα λόγια της. Μπερδεύεται, παγώνει και μένει άλαλη πάνω στη σκηνή. Σε αυτά τα δευτερόλεπτα που ο χρόνος διαστέλλεται, ματώνει και καθορίζει τα ...χρόνια.
Ο sir Αλεκ Γκινες, μέσα στο βροντερό βουητό της σιωπής του κοινού, την πλησιάζει, πιάνει τα χέρια της, την κοιτάζει στα μάτια ... «πηδάει» όλη την επόμενη σκηνή, όλο τον επόμενο διάλογο, όλη την επόμενη στιχομυθία και ...απαγγέλλει... “And , If we should fail?”.
Η Σινιορε εξακολουθεί να τον κοιτάζει στα μάτια παγωμένη και άλαλη. Κι ο Γκινες ...συνεχίζει. Συνεχίζει λέγοντας την ατάκα που πρέπει να πει η Λαίδη Μάκβεθ: “We fail”.
Και η Σινιορέ ...ξεκοκαλώνει και συνεχίζει...
Κάποιοι από το κοινό σηκώνονται όρθιοι και χειροκροτούν αλλόφρονες, απο ενθουσιασμό. Κάποιοι άλλοι από το κοινό, σηκώνονται και αποχωρούν επιδεικτικά από την αίθουσα του Royal Court Theatre.
Η παράσταση κατέβηκε μετά από δυο μέρες. Οι κριτικές τους ξέσκισαν.
O sir Αλεκ Γκινες δεν ξανάπαιξε ποτέ πια Σαιξπηρικό ρόλο. Η Σινιορέ δεν ξανάπαιξε ποτέ στο θέατρο.
Ο Γκίνες στα απομνημόνευματα του έγραψε ότι αυτή η παράσταση ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας του. «Κατάλαβα τότε, έγραψε, τι σημαίνει τελικά να είμαι Ηθοποιός. Τελικά ναι, υπήρξα ...καλλιτέχνης»
Η Σιμον Σινιορε περιγράφοντας τη σκηνή στο ‘La nostalgie n'est plus ce qu'elle était’, λέει ότι έζησε ελάχιστα τον προορισμό του Ηθοποιού, το Θέατρο. Ναι, Απέτυχε. Αλλά το Έζησε...
Κυριακή 31 Ιουλίου 2011
Κίτρινες ιστορίες

Το παλιό μας Αεροδρόμιο-σε αντίθεση με αυτό το κακέκτυπο του σημερινού Φρανκουφουρτιανού τέρατος με τις μαρμάρινες- είχε τη αειθαλή γοητεία της Καζαμπλάνκα. Άλλωστε μπορούσες πάντα να παραμυθιαστείς, ότι από κάποια γωνιά του θα πεταχτεί ο Χάμφρεϊ να μαλώσει τον Sam γιατί τον παράκουσε και παίζει ξανά το ...απαγορευμένο as time goes by.
Υπάρχει μια ώρα του μαρτιάτικου αθηναϊκού ουρανού, εκεί γύρω στις 6 το απόγευμα, που την αλλαγή μέρας-νύχτας, την διαχειρίζεται ένας προβολέας που αγαπάει πολύ αυτή τη Πόλη. Είναι όσο ακριβώς σούρουπο χρειάζεται.
Παλιό Αεροδρόμιο λοιπόν, μαρτιάτικο σούρουπο με βοριαδακι, και μια σειρά από το κίτρινο που αγαπώ. Τα πράγματα τότε, δεν ήταν όσο ...ευρωπαϊκά και ...εξευγενισμένα είναι στις μέρες μας. «Πιάτσα», σαν κακογερασμένες πόρνες πίσω από την Αθηνάς έκαναν οι «πελάτες» και οι ταξιτζήδες ... διάλεγαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το ...που πάω, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το που ...θέλω να πάω, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το αν πρέπει να ξαναμπώ μέσα στο αεροδρόμιο και να πάω στις ...αναχωρήσεις.
Προχώρησα λίγο πιο περα, στάθηκα λίγο παρακεί, χωρίς να αναμειχθώ στο αλισβερίσι «Πατήσια», «Δάφνη», «Πειραιάς», «έλα εσύ», «δεν χωράνε οι βαλίτσες σου κύριος», «να πάμε πρώτα την κύρια εκεί, σε πάω μετά...αλλού». Εκείνο το πεζοδρόμιο, εκεί που τέλειωνε το ...Αεροδρόμιο και άρχιζε η ...Πόλη, ήταν μια πόρτα, ένα όριο, ΤΟ σύνορο του μέλλοντος μου, και το να στέκομαι πάνω του, μου δημιουργούσε μια στοιχειώδη ασφάλεια στην έρημο των ανασφαλών ...προορισμών μου. Και μέσα στα πλήθη που βοούσαν και αλάλαζαν αναζητώντας μέσο για τον προορισμό- που τυχεροί εκείνοι ήξεραν ποιος είναι, αντίθετα με εμένα που δεν είχα ...ιδέα- ένα κίτρινο σταματάει μπροστά μου και ρωτάει «εσύ που πας;».
«Εγώ;» ρώτησα ηλίθια.
Ο ταξιτζής με κοίταξε με το παραιτημένο βλέμμα που κοιτάς τους ηλίθιους και έγνεψε με το κεφάλι «ναι, εσύ». Κι ανάμεσα στο «πουθενά», στο «δεν ξέρω», στο «σκέφτομαι» που ήταν οι προφανείς μου ...απαντήσεις, απάντησα ...ΕΚΕΙ. «Μπες μέσα» και ...μπήκα.
Είχα μόνο μια μικρή χειραποσκευή, ένα μικρό σακ βουαγιαζ, τίποτα ... μεγάλο, τίποτα... τελεσίδικο. Από τότε βέβαια έμαθα, ότι αν είναι να φύγεις... μην γυρίσεις ποτέ να πάρεις τίποτα ...μεγάλο... Οι ντουλάπες, τα γραφεία, οι βιβλιοθήκες, τα συρτάρια, οι σιφονιέρες, τα κομοδίνα, οι αποθήκες, έχουν ...αφόρητα προσκλητήρια από αναμνήσεις, κόλες μνήμης. Έχουν όλα αυτά που δεν χρειάζεσαι. Έχουν όλα αυτά, που όταν αρχίσεις να σκέφτεσαι τι να πάρω- τι να αφήσω, έχεις ήδη γυρίσει το κεφάλι πίσω. Μην τα ανοίξεις ποτέ. Μην τα κοιτάξεις ποτέ. Οι μικρές αποσκευές ...είναι τελεσίδικες.
Στο πίσω κάθισμα δυο κυρίες τιτίβιζαν κουτσομπολεύοντας το γκρουπ που είχαν συμμετάσχει, τα ψώνια που έκαναν, τις ευκαιρίες που βρήκαν , τα μέρη που είχαν επισκεφτεί, τα σπίτια, τους συζύγους και τα παιδιά που τις περίμεναν. Λίγες φορές ζήλεψα στη ζωή μου κάποιον, όσο αυτές τις δυο κυρίες που δεν τις έβλεπα αλλά τις άκουγα , τόσο ικανοποιημένες, τόσο σίγουρες, τόσο ασφαλείς για τον ...προορισμό τους.
Όταν αφήσαμε τις κυρίες, ο ταξιτζής χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του προς το μέρος μου, είπε «έλα ρε κοπελιά, δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι, όλα θα γιάννουν». Και μέσα σε ένα κίτρινο ταξί, σε αυτό το κίτρινο χελωνίσιο καβούκι ...βγήκε όλο. «Όλα θα γιάννουν».
Σταμάτησε στο περίπτερο, με ρώτησε αν θέλω νερό ή πορτοκαλάδα, ψιθύρισα μέσα σε λυγμούς «τίποτα», αγόρασε νερό, πορτοκαλάδα και μια σοκολάτα. Και με άφησε να κλάψω, να θρηνήσω, να φοβηθώ, να λειώσω, να συνθλιβώ, σταματημένος εκεί στον παράδρομο της Κηφισίας, λίγο μετά το Φάρο Ψυχικού. Μου πρόσφερε σοκολάτα, δεν μπορούσα, έφαγε εκείνος ένα κομμάτι, δίπλωσε την υπόλοιπη, ήπιε από το δικό του το νερό. Αμίλητος. Μου πρόσφερε χαρτομάντιλα από ένα μεγάλο κουτί, και όταν ένοιωσε ότι ...κόπασα, ότι ...άδειασα, ανάψαμε τσιγάρο. Και μου είπε για την γυναίκα του, για το γιο του, για τη νύφη του, για τον εγγονό που δεν ερχόταν τόσα χρόνια μετά, για την δουλειά του, για το χωριό του, για όλα. Μου συστήθηκε. Με είχε δει στην απόλυτη γύμνια μου. Και ...μου συστήθηκε. Δεν ήταν πια ...ξένος. Δεν με ρώτησε τίποτα, μου είπε τα πάντα και κάποια στιγμή με ρώτησε. «Πάμε;». Πάμε... Και με πήγε σε αυτό το ...ΕΚΕΙ, που σε εκείνο το πεζοδρόμιο του παλιού Αεροδρομίου αποφάσισα ότι θα ...πήγαινα. Αποφασισα... γιατι με ρώτησε. Δεν είχα πια κλειδιά. Περίμενε να μου ανοίξουν την πόρτα.
Σε αυτή τη Πόλη, ακόμα κι ο πιο στρυφνός, ακόμα κι ο πιο κουρασμένος και καταταλαιπωρημένος ταξιτζής, όταν σε αφήνει χαράματα στη πόρτα, θα σου πει την ώρα που σου δίνει τα ρέστα «έλα μπες γρήγορα μέσα, σε βλέπω». Και μόνο για εκείνο το προστατευτικό βλέμμα στη πλάτη μου, την ώρα που το αλκοόλ - εξ ου και το αυτοκίνητο κάπου παρατημένο- αρχίζει την ...ανοδική του πορεία, την ώρα που το χέρι ψάχνει απεγνωσμένα μέσα στη τσάντα-αντίσκηνο και ...βρίσκει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα κλειδιά ακούγοντας πίσω τον ασθμαίνοντα ήχο της ντηζελομηχανής, οι ταξιτζήδες μου, θα έχουν πάντα την αμέριστη αγάπη μου.
Δεν αγαπώ το κίτρινο χρώμα. Αν θυμάμαι καλά, δεν είχα ποτέ τίποτα κίτρινο. Το μόνο κίτρινο που αγαπώ είναι το χρώμα του ταξί. Και επειδή ξέρουν, καταλαβαίνουν, αφουγκράζονται οι ταξιτζήδες μου, πόσο πολύ τους αγαπώ, με αγαπάνε και αυτοί.
Άλλωστε έχουμε τόσα πολλά κοινά. Αγαπάμε το τιμόνι, αγαπάμε το δρόμο, αγαπάμε αυτή τη Πόλη, αγαπάμε την ανθρώπινη επαφή, αγαπάμε τις ανθρώπινες ιστορίες. Αγαπώ πολύ αυτά τα κίτρινα ελληνικά χελωνάκια που μπορείς να πεις τα πάντα και τίποτα,σε πάνε παντού και πουθενά. Τώρα έχουμε ακόμα κάτι κοινό με τους ταξιτζήδες μου. Σιχαινόμαστε το ίδιο, όλα αυτά τα γραβατωμένα ανθρωπάκια, αυτά τα άθλια αριβιστάκια της πυρκαγιάς, αυτά τα τυπάκια ...μάρκας Ραγκούση..
Σάββατο 2 Ιουλίου 2011
Έκανε ζέστη στην ...Αγία Πετρούπολη
Εκείνο τον Αύγουστο, έκανε πολύ ζέστη στην ...Αγία Πετρούπολη. Μια θάλασσα καταγάλανη, ο θόρυβος των τζιτζικιών κι απέναντι από το παράθυρο μου, η απόλυτη αντίφαση του ...Μακρονησιού. Φρικιαστική Εξορία για άλλους και Εφηβική Ελευθερία για μένα. Ο ανεμιστήρας, κουρασμένος, βαριεστημένος , με εμφανή ...αρθριτικά να επιχειρεί μάταια να αντιπαλέψει μια ζέστη που ίδρωνε το μυαλό.
Είχε πολύ ζέστη εκείνο το καλοκαίρι των 14 μου χρόνων. Μια ζέστη που έλιωνε τα ...πάντα. Μια ζέστη, που πάνω από όλα, έλιωνε …βεβαιότητες.
Αν μια ηλικία αγαπώ αφόρητα, είναι εκεί γύρω στα 14. Είναι η ηλικία του ...Ρασκόλ, η ηλικία του Σχίσματος. Είναι η ηλικία που οι παιδικές βεβαιότητες, ξεκινούν να λιώνουν από τη διαβρωτική ζέστη της αμφισβήτησης. Ένα σίδερο παγωμένο από τα μεταλαμπαδευμένα “πρέπει”, που οι ορμόνες και τα ερεθίσματα αρχίζουν να ζεσταίνουν από μέσα προς τα έξω. Κι όταν πυρώσει, όταν γίνει κατακόκκινο, θα καταλήξει σε μια μεταλλική στάλα στο πάτωμα. Για να αρχίσει μετά να ενσωματώνει όλα τα ...κεκτημένα και όλους τους φόβους της ...απώλειας τους, όλα τα καλά, τα κακά, τα νόμιμα, τα ηθικά, όλους τους μέσους όρους ...της ψυχικής «υγείας» και το εφιαλτικότερο, θα ενσωματώσει την τρελή αθλιότητα του «ευ προσαρμόζεσθαι».
Με τα χρόνια, θα ξαναγινεί ένα εφιαλτικά ανθεκτικό ατσάλινο κάστρο. Αυτό που αν συμβεί το ...ατύχημα, δεν θα σε προστατέψει η ...ελαστικότητα του, αλλά θα σε συνθλίψει η αδιανόητη σκληράδα του.
Προστατευμένη από τον Αττικό Ιουλιάτικο ουρανό, σεργιάνισα εκείνο το καλοκαίρι στην Άγια Πετρούπολη, παρέα με τον Ρασκόλνικοφ. Φοιτητής της νομικής, σπουδάζει το πνεύμα και το γράμμα των νόμων, για να τους αμφισβητήσει ευθέως, σκοτώνοντας με ένα μπαλτά την γριά τοκογλύφο και την ...αθώα αδελφή της, το ...θυμα της, που μεγαλο- ή μικρο-ευφυώς κατά τον Ντοστογιέφσκι ...τυχαίνει να είναι παρούσα.
Η Αντιγόνη τότε μου φαινόταν πιο comme il faut ...ηρωική. Ήταν πιο κοντά στις βεβαιότητες που ανάβλυζαν από την παιδικότητα των «πρέπει» μου. Και παρά τους αιώνες που μας χώριζαν, ο ήλιος της Θήβας μου ήταν πιο οικείος από το τσουχτερό κρύο της Αγίας Πετρούπολης. Και ασφαλώς και τότε και ...ΤΩΡΑ, οι ανθρώπινοι θεοί, μου ήταν πάντα πιο ...δικοί, από τους απρόσωπους Μεγάλους. Καλούς ή Κακούς.
Τα μεγάλα, τα σημαντικά, τα καθοριστικά, όμορφο είναι να τα διαβαίνεις ...μόνα τους. Στις χώρες των θαυμάτων είναι όμορφες μόνο οι αδαείς Αλίκες. Να περπατάς στον πλανήτη τους, χωρίς ...τουριστικούς οδηγούς, χωρίς ...οδηγίες προς ναυτιλομένους. Τότε, ούτε ήξερα, και πολύ περισσότερο δεν με ενδιέφερε στο ελάχιστο να ...μάθω, την άποψη των ...επόμενων Μεγάλων για το Ρασκόλνικοφ. Τότε ο Ντοστογιέφσκι ήταν θρήσκος και όχι ο Μεγάλος Θεο-φάγος. Τότε στο τραπέζι είμαστε μόνο εμείς οι τέσσερις. Ο Ρασκόλνικοφ, ο Πορφύρης, η Σόνια και εγώ. Ακόμα κι ο Ναπολέων- η εμμονή του Ρασκόλνικοφ- τότε ήταν ακόμα...Μέγας. Τότε δεν ήξερα ότι τα σκοτεινά φρικιαστικά υπόγεια της Πετρούπολης ήταν τα υπόγεια του ιερής ασθένειας του νου του Φιοντόρ. Τότε ο Μίσκιν, ο Ηλίθιος, ήταν ένας άγνωστος. Τότε η Νασταζια Φιλίποβνα θα αγαπούσε μόνο, τον τόσο άλλο και τόσο αφόρητα ίδιο, Ραγκοτζιν. Τότε ο Αλιοσα Καραμαζώφ, δεν είχε γίνει ακόμα πατροκτόνος. Όσο για τους μεγάλους Ιεροεξεταστές, τα 14 χρόνια, έχουν τα ...κότσια, την ανίερη ιεροσύνη και τις αντοχές να τους φτύνουν, προσπερνώντας τους.
Κι ακόμα περισσότερο τότε η Ελευθερία, η Εξορία, η Φυλακή, το Καλό, το Κακό, το Έγκλημα, η Τιμωρία, έλειωναν και πάγωναν όπως μόνο η εφηβική φωτιά της αμφιθυμίας μπορεί να λειώσει το μέταλλο. Κάνοντας το υγρό, κρατώντας το σε ιδρωμένες παλάμες του νου, και αφήνοντας το να παγώσει σε όποιο κράμα, σχήμα ή ...σχίσμα επιθυμούσε... Τότε ...η ιστορία ήταν μια ... ιστορία, χωρίς τους συμβολισμούς. Τότε το έγκλημα ήταν έγκλημα και η τιμωρία ήταν τιμωρία. Η ενηλικίωση είναι αυτή που κάνει το έγκλημα Τιμωρία και την τιμωρία Έγκλημα. Κι ίσως η Φύση πονόψυχα σαδιστική, να σε ωριμάζει αφήνοντας σε να απενοχοποιείς την τιμωρία ενοχοποιώντας το έγκλημα. Το ευνουχιστικά ...άθλιο «ευ προσαρμόζεσθαι»
Δεν τα βρήκα τότε με τον Ρασκόλνικοφ. Τσακωθήκαμε πολύ άγρια εκείνο το καυτό καλοκαίρι. Στα 14 σου θέλεις καθαρές λύσεις. Σαν τον ουρανό. Όταν βρέχει να βρέχει, όταν είναι γαλάζιος να είναι γαλάζιος. Δεν μπορείς εσύ ...Ρασκόλνικοφ να μου λειώνεις το μέταλλο μου και μετά...να με αφήνεις με μια γλυκερή Σόνια Μαρμελαντοβα, μια Αγία Πόρνη, να του δώσει το σχήμα. Ο πόνος αγιάζει έλεγε ο Φιοντόρ. Ο πόνος είναι η Ύψιστη Ηδονή. Ο πόνος είναι ο μόνος που δίνει τα εργαλεία της μεγάλης κατανόησης. Ο πόνος είναι ο από μηχανής Θεός. Ο πόνος είναι η τιμωρία που εξαγνίζει το έγκλημα. Το έκλεισα... Το ...Ευαγγέλιο δεν ήταν η Λύση.
Στα φοιτητικά χρόνια που ακολούθησαν εκείνο το καυτό καλοκαίρι στην...Αγία Πετρούπολη, ο Ρασκόλνικοφ με ιντριγκαριζε και ταυτόχρονα με σόκαρε. Με ιντριγκάριζε ο Νόμος, η Τιμωρία που προϋπάρχει του Εγκλήματος, τα νέα πρότυπα που προϋποθέτουν την ρήξη με το Νόμο, αλλά με σόκαραν τα «εξαιρετικά πνεύματα», τα Άτομα, που είναι τα μόνα που μπορούν να διαρρήξουν τις νόρμες και τους κανόνες της ...κοινωνίας. Και τότε ξανατσακώθηκαμε με τον Ρασκόλνικοφ.
Ξαναβρεθήκαμε, αργότερα εξ...ανάγκης. Αρρωστημένης, αγριεμένης, θλιβερής και ζωογόνας ταυτόχρονα, ανάγκης συγκατοίκησης, ανάγκης να μετουσιώσεις τα αβίωτα. Και το ...Σχίσμα της ...«ωριμότητας»-τι ευφημισμός!!!!- να φωτίζει τα ...Υπόγεια.
Σήμερα ο Ρασκόλνικοφ μου φωνάζει ότι τα «εξαιρετικά πνεύματα» δεν είναι άτομα. Είναι συλλογικές ιδέες και πράξεις, που αμφισβητούν την ουσία, το γράμμα και το πνεύμα του Νόμου, αυτά που η πολιτική ορθότητα, επιχειρεί να Τιμωρήσει στερώντας τους το Έγκλημα. Αλιόσα που κοιτάζονται στα μάτια με τον πατέρα Καραμαζώφ. Ίσως και Παίκτες που γνωρίζουν ότι «2+2 μπορεί να μην κάνουν 4». Η γριά τοκογλύφος τους βγάζει τη γλώσσα. Ο Πορφυρηδες εξευτελίζονται σε τηλε-ευαγγελιστές που τους απειλούν με την ...Εξορία. Οι Σόνιες ψιθυρίζουν ότι δεν τους υπόσχονται Ζωή και ...θαύματα δεν κάνουν. Οι λογής λογής ...πατέρες Μαρμελάντοφ ξαμολάνε τα σκυλιά του «ορθού λόγου». Το «ευαγγέλιο» γίνεται το ιστορικό ένστικτο αυτοσυντήρησης μέσα από μια πρωτόγνωρη για τις εποχές αλληλεγγύη, κραδαίνοντας φραγγέλια σε «οίκους εμπορίου». Ο θεός μοιράζει απλόχερα την ανθρωπίλα του. Θεο-φάγοι ανθρωπολάτρες. Και να φωτίζεται με προβολείς από...κεριά, η αλήθεια της Τιμωρίας που προϋπάρχει του Εγκλήματος.
Όπως και τότε έτσι και τώρα τα 14 χρόνια, είναι αφόρητα γοητευτικά. Κι η όποια επανάσταση παραμένει ...πατροκτονία. Μιτια, Ιβάν, Σμερντιάκοφ, Αλιόσια, «κοιτούν» τον Πατέρα Καραμαζώφ στα μάτια. Θα τον σκοτώσουν; Δεν ξέρω. Αλλά όπως και τότε έτσι και τώρα, κάνει αφόρητη ζέστη στην ...Αγια Πετρούπολη.

Υ.Γ. έβγαλα τότε τα παπούτσια μου, τα τύλιξα στο σακάκι μου και τα πέταξα απ’ τη γέφυρα, "μη με βασανίζετε άλλο, Ναστάζια Φιλίποβνα, της λέω, είναι αργά – πρέπει να γυρίσετε σπίτι" Τάσος Λειβαδίτης, Εγχειρίδιο Ευθανασίας.
Τρίτη 21 Ιουνίου 2011
Επιτέλους είναι ...Εδώ

Μισώ τα Μουσεία. Τα Μουσεία είναι τα μόνα κτίρια που με τρομοκρατούν πιο πολύ κι από τις φυλακές. Στις φυλακές υπάρχει ακόμα ελπίδα της ζωής. Στα Μουσεία η ελπίδα του θανάτου, έχει επενδυθεί την διαφάνεια του πλαστικού.
Κυριακάτικα μεσάνυχτα στο Συντριβάνι. Τα ρεσώ της Πλατείας κολυμπάνε στα πρασινωπά νερά του κι απέναντι, στα ...ψηλά, αριστοτεχνικά φωτισμένη η Βουλή.
Άδεια, έρημη κι απρόσωπη. Μουσείο αυτισμού, αυταρχισμού, εκμαυλισμού και Αντουανετισμού.
Φυλακή, που απόμειναν μονάχοι μέσα στα σπλάχνα της, μόνο οι δεσμοφύλακες. Να κουδουνάνε τις σαπισμένες χειροπέδες προσπαθώντας ...ελλείψει κρατουμένων να τις περάσει ο ένας στο χέρι του άλλου κι όλοι μαζί στο λαιμό τους. .
Ανάκτορο, Μουσείο και Φυλακή μιας Πόλης θηλυκής που γνωρίζει πώς να πεθαίνει και πως να ανασταίνεται. Μιας Πόλης αφόρητα αντρικής, από αυτές τις αντρίκες αγκαλιές που σε σφίγγουν στα χέρια τους και πια κάθε φόβος γίνεται η καρικατούρα του.
Σε αυτή τη Πόλη, μια Πόλη Πυθία, που δίνει τις απαντήσεις πριν καν σκεφτείς την ερώτηση, στον Καρύτση δίπλα στο κρασί βρίσκεται γραμμένο πάνω σε μια free press
Μια Πόλη σαν κι αυτή πεθαίνει, ζει κι αλλάζει μαγεμένη
Έρωτες διάφανων ημίθεων και ευάλωτων θεών κάτω από τα μαρμάρινα φαγωμένα σκαλιά. Έρωτες που δεν έχουν τις φιλάνθρωπε νόρμες της αγάπης αλλά τις ανθρώπινες χαοτικές της λαύρας της Ζωής, Αυτή η απείθαρχη αντίφαση ενός νεκροταφείου ελεφάντων που στέκει εγκαταλελειμμένο λίγο πιο πάνω από ένα μαιευτήριο που ξαναμαθαινει να διαβάζει το αλφάβητάρι της χαράς.
Επιστρέφοντας στην Πλατεία, ψηλώνω το χέρι να πιάσω ένα φύλο νερατζιάς, μια τόσο Αθηναϊκή μυρωδιά. Το τρίβω στο χέρι μου να κρατήσω την μυρωδιά της κολώνιας της Πόλης μου στο δέρμα και μετά να το ρίξω να κολυμπήσει στο Σιντριβάνι. Και λίγα μέτρα πιο πάνω, η μόνη ερώτηση, η μόνη απαντηση, η μόνη ...παράκληση, ζωγραφισμένη στο μάρμαρο: «Μίλησέ μας Ελσα».Αφήνω το κλαδάκι της νερατζιάς δίπλα στην Έλσα. Σπονδή. Στη Μαγική Έλσα που επιτέλους ήρθε. Που επιτέλους είναι ...Εδώ.
Υ.Γ. Καμμιά φορά τα Κυριακάτικα ...γράφονται και Δευτέρα... γιατί ήταν Κυριακή βραδάκι κι ήσουν η Δευτέρα μου
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Μαγειρεύοντας…

Στις σύνθετες ονομασίες δεν ξέρω ποτέ, πια από τις δυο είναι η σημαντική, το …ουσιαστικό. Στενοί μανδύες σε ανύπαρκτα σώματα είναι τα επίθετα. Τα …επίθετα χωρίς τα …ουσιαστικά.
Φούρνος μικροκυμάτων.
Ο Φούρνος. Ο Φούρνος που τοποθετείς στο χαοτικό στόμα του μια δοσολογία, μια συνταγή υλικών, σε ένα ταψί, σε ένα χώρο περιορισμένο, οροθετημένο, προσδιορισμένο, και αυτός, με τη φωτιά του, αναδεικνύει αυτό που προκαλεί την μαγεία των αισθήσεων. Αυτό που μεταφέρεται σε μερίδες σε πιάτα, αυτό που καταναλώνεται σε μερίδες χρόνου, σε στιγμές, αυτό που αφήνει πίσω του την …επιγευση.
Δεν αγαπώ τα στερεά. Δεν αγαπώ τα …στέρεα. Αγαπώ τα αέρια, αυτά με τους πολλούς βαθμούς ελευθερίας ,αυτά που καταλαμβάνουν όλους τους χώρους, αυτά που η παρουσία τους δεν αισθητή, δεν έχει ..βάρος. Αλλά έχει όγκο. Αυτά που ξεφεύγουν, αυτά που διαφεύγουν.
Αγαπώ την ευκαμψία του σχήματος των υγρών. Αγαπώ μόνο την στερεότητα του φαγητού, μόνο και μόνο, γιατί κρατάει ελάχιστα. Γιατί …καταναλώνεται. Γιατί εξαφανίζεται… Γιατί κρατάει ώρες η προετοιμασία, η αναμονή, ίσα για να τελειώσει σε χρόνους ελάχιστους. Γιατί η κάθε σχέση όπως και ο ουρανίσκος, εξερευνούν την πίκρα, τη γλυκά, τη αρμυρά, την αψάδα αλλά δεν αντέχουν την ανία της αθανασίας.
Τα μικροκύματα ζεσταίνουν από μέσα προς τα έξω. Ένα σπαθί που ξεκινά απο το ουσιαστικό του «είναι» για να φτάσει να τρυπήσει το …επίθετο του «φαίνεσθαι». Τα μικροκύματα ΔΕΝ ψήνουν… Παίρνουν το ήδη κατασκευασμένο, αυτό το παγωμένο, αυτό το χωρίς άρωμα και γεύση κατασκεύασμα και το κάνουν …καταναλώσιμο. Αναλώσιμο. Του επιστρέφουν τις αισθήσεις του. Το ξυπνούν από την κωματώδη του κατάσταση. Αυτή του …συντηρημένου στα μίζερα λευκά -θαρρείς και είναι νεκροτομικά κρεβάτια- ψυγεία. Η ακτινοβολία τους το αναζωογονεί. Το ξαναζωντανεύει.
Περίεργες για μένα ηχούσαν πάντα μαγειρικές. Τι δόσεις, τις συνταγές, τις τακτικές, τους προγραμματισμούς τους, δεν τις σεβάστηκα ποτέ. Κι έτσι ποτέ δεν έφαγα αυτό που οι δελεαστικές φωτογραφίες των τσελεμεντέδων υπόσχονταν. Και μαζί μου, κι όλοι όσοι καλόπιστα ή κακόπιστα εμπιστεύτηκαν ότι θα μπορούσα να …μαγειρέψω. Οι νόρμες κι οι κανόνες, τα υλικά και οι δοσολογίες ίσως να είναι και ιερά. Το αποτέλεσμα ίσως και να είναι ιερό. Η γεύση που …αναμένεται ίσως και να είναι ιερή. Για κάποιους.
Αλλά εγώ ποτέ δεν κατάφερα να ασπαστώ …ιερούς προορισμούς. Τους κατανάλωνα πριν τους φτάσω. Ότι ιερό είχα, ήταν τα ταξίδια προς αυτούς. Αυτά που τελικά άλλαζαν και τους προορισμούς. Ίσως γιατί ποτέ δεν τους έφταναν. Ίσως γιατί οι αισθήσεις μαγεύονταν τόσο πολύ από τα μέσα, που ξεχνούσαν τους σκοπούς. Ίσως γιατί ποτέ μου δεν σεβάστηκα ΚΑΜΜΙΑ συνταγή. Ίσως γιατί η αφοσίωση στον προορισμό ήταν πιο στέρεη από την πίστη μου σε αυτόν. Ή ίσως ...αέρια. Καταλάμβανε τα πάντα. Κι ύστερα έβρισκε πάντα την χαραμάδα σαν οδό διαφυγής.
Τιμωρήθηκα. Εγώ η ασεβής των γοητευτικών αντικειμένων, παθιάστηκα με ένα φούρνο μικροκυμάτων. Ποιο στο διάβολο είναι το ουσιαστικό και ποιο το επίθετο στο …φούρνο μικροκυμάτων; Κολοκύθια! Η γραμματική είναι ανάπηρη, στερεή γιατί και αυτή έχει …συνταγές. Η γλώσσα είναι ζωντανή, αέρια, γιατί έχει την δυνατότητα να τους κατακρεουργεί. Μια λέξη. φουρνοςμικροκυμAτων . Μια λέξη. Όσο και μια στιγμή. Μετά η μνήμη των αισθήσεων κάνει τη στιγμή αέρια. Και αυτή καταλαμβάνει το όλο.
Κυριακή 29 Μαΐου 2011
Η Άλωση της Πόλης

Δυο γιαγιάδες, η μια Σμυρνιά ή άλλη Πολίτισα. Τουρκόσπορος με το όλα μου δηλαδή. Τα παιδιατικά μου, τα θυμάμαι με ...καυγάδες πάνω απο τις μυρωδιές της κατσαρόλας και του ταψιού. Τα πιο όμορφα ...σουτζουκάκια. Σμυρναίικα ή πολίτικα; Εδώ σε θέλω μάγκα μου... Αυτά κι αν είναι διλήμματα. Όχι τα ψευτοδιλήμματα που επιχειρούν να μπουκώσουν το ...στόμα του νου μας. Τα ...διλήμματα τα πραγματικά.
Πρόσφυγες και δυό, μετέφεραν μέσα από μυρωδιές, το σκοινί που ένωνε το παρελθόν και το παρόν τους. Και το μέλλον τους. Όχι αυτό που ξόρκιζαν, αλλά αυτό που με γνώση αδημονούσαν να Ζήσουν. Έτοιμες για όλα. Ετοιμοπόλεμες. Γενιές ξεριζωμένες από σταθερές, από τόπους, από το όλα στο τίποτα και δώσου πάλι από την αρχή, προσφυγιές, πόλεμοι, κατοχές, χούντες, ασφάλειες επίπλαστες, ανασφάλειες τερατώδεις.
Ευλογημένες. Ευτυχισμένες. Ευτυχισμένες, γιατί ήξεραν τι είναι η ευτυχία. Ήξεραν να την μετρήσουν. Ήξεραν να τη ζυγίσουν. Είχαν το ...ζύγι. Ζύγιζαν την κάθε μέρα, την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή και την έβρισκαν μεγάλη. Ζύγιζαν αυτά που είχαν βγάζοντας από τη ζυγαριά το βάρος από ότι τους έλειπε. Πάντα ...στρατιώτες ποτέ ...παπαδοπαίδια.
Χιλιοπροδομένες από Σημαίες, από Κράτη, από Εξουσίες, από Θεούς και Διάβολους, η μόνη Εξουσία που αναγνώρισαν ποτέ τους ήταν η Ζωή. Θεούς δεν είχαν. Θεούς έφτιαχναν. Άλλωστε Ιστορία δεν γνώριζαν, μιας που την Ιστορία την έζησαν . Και αυτές που πάντα τις θυμάμαι να τσακώνονται- εκει να δεις τι θα πει ανταγωνισμός- πάνω από τα κύμινα, τα μπαχάρια, τις κανέλες, τις ζάχαρες, τα κουκουνάρια, τις ματζουράνες, τους κουρκουμάδες, τα μοσχοκαρυδα και τα ξύσματα από περγαμόντα, συμφωνούσαν πάντα σε ένα:
«Η Πόλη έπεσε όταν τα ...παπαδοπαίδια, γινήκανε πιο πολλά από τους ...στρατιώτες»
Τα ...παπαδοπαίδια. Αυτά που ευλογούν τους ...Θεούς. Υπάκουα, φοβικά, ενοχικά, μοιρολατρικά, ευνουχισμένα να λιβανίζουν τα ...εικονίσματα. Να ...προσεύχονται ζητώντας την ...εύνοια των Θεών. Των Θεών που ζητούν ανθρωποθυσίες.
Κοιτώ τη φωτογραφία τους...ναι, πάνω από μια ...κατσαρόλα, εκεί που οι αισθήσεις ...τρώγονται, και βλέπω την δική μου ...Πόλη. Σ’ αυτή που τα παπαδοπαίδια, έχουν πετάξει τα ράσα, τα λιβανιστήρια, τις ενοχές, τους φόβους, τα λάθος μετρήματα, τα τρεις το λάδι τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξιδο, αυτά που πια ξέρουν ότι η ζυγαριά είναι ...πειραγμένη και θα τους κλέβει πάντα στο...ζυγι, αυτά που γινήκανε ...στρατιώτες. Και κάτι μου λέει ότι ...τη δική μου τη Πόλη, οι στρατιώτες δεν θα την αφήσουν να αλωθεί από τους βαρβάρους. Κάτι μου λέει ότι οι ...μαρμαρωμένοι βασιλιάδες παραχώνονται στις αποθήκες της ιστορίας, τυλιγμένοι με σεντονια σάβανα, τα ...παπαδοπαίδια λιβανίζουν μετ’ επιτάσεως αλλού ντ’ αλλού, και στους βωμούς των ...Θεών, άσπρα κολάρα ..βλέπω να ...θυσιάζονται.
Κυριακή 22 Μαΐου 2011
Μωσαϊκά

Δεν είναι πια της μόδας τα μωσαϊκά. Εκείνα με τις περίεργες ψηφίδες που καμιά, δεν έμοιαζε στην άλλη, αλλά κοίτα κάτι περίεργο όλες έδεναν μεταξύ τους. Εκείνα τα ανθεκτικά μωσαϊκά που δεν γυάλιζαν, αλλά ...έλαμπαν θαμπά και ανομοιόμορφα. Συχνά οι ψηφίδες, τα πετραδάκια ξεκολλούσαν κι έμενε εκείνη η τρυπούλα, άδεια, να ...χάσκει. Η τέχνη των μωσαϊκών, λένε οι παλιοί τεχνίτες ήταν η ...κόλλα. Η κόλλα της στοργής, της υπομονής, της βραδύτητας, της συνοχής, του πάθους, της ομορφιάς.
Μάρμαρα, ξύλα, πλακάκια, υποκατάστατα μαρμάρου, υποκατάστατα ξύλου, υποκατάστατα πλακακιων, αντικατέστησαν τις ...ψηφίδες. Το μάτι μας ...εθίστηκε στο ...υποκατάστατο, στο ομοιόμορφο, στο συμμετρικό, στο γυαλιστερό. Το μόνο που απόμεινε σε αυτή τη πόλη να είναι μωσαϊκό ...είναι η ...πόλη. Τρελή. Αδέσποτη. Κι οι ...Δεσπότες δεν την ορίζουν, γιατί δεν την ...προσδιορίζουν. «Δεν ξέρεις καν τον λόγο για να με υποτάξεις» τους φωνάζει η αμαρτωλή πόλη μέσα από τα λόγια του Νικόλα. Θρησκευτική η αγάπη τους για αυτήν, αποστειρωμένη, άυλη,...αγάπη για μια ξαναμμένη Μαγδαληνή που της ζητείται κατεπειγόντως να εξαγνιστεί από τις ...αμαρτίες της. Βωβοί και Χαραγκιώνηδες περνούν την κλωστή στο βελόνι της παρθενορραφής. Μάστορες με λευκά κολάρα παίρνουν μέτρα για να περάσουν πάνω από το ...μωσαϊκό μια στρώση πλαστικού. Άλλοι πάλι να παλεύουν με σουγιάδες να ξεκολλήσουν τα πετραδάκια.
Κυριακάτικο πρωινό στριφογυρίζω στους δρόμους της Πόλης μου, της ασφαλούς μου μήτρας. Αυτή που εισπράττω σαν ασφαλή αγκαλιά, χωρίς να μου εξηγώ πως, χωρίς να θέλω να ξέρω γιατί, χωρίς να με νοιάζει να ζωγραφίσω το διότι.
Αυτή που με διάλεξε και που τη διάλεξα. Στη Πόλη Μου. Στη δική Μου Παναγιά της Τήνου. Εκεί που ακόμα τα θαύματα γίνονται. Γιατί εκεί ακόμα υπάρχουν μάτια που θέλουν να τα δουν. Εκεί που υπάρχουν πιστοί, αγωνιστές της Ελπίδας να τα πιστέψουν.
Εκεί που η αντοχή γίνεται απάνθρωπη και η απαντοχή θαύμα. Εκεί που η δύναμη είναι ...συνήθεια. Εκεί που ο φόβος έχασε την αξία του γιατί η επιβίωση χάνει τη δική της. Εκεί που το μέτρο αλλάζει γιατί δεν είναι αυτό που εμένα με έμαθαν να είναι το δικό μου. Εκεί που το άκρο γίνεται μέση.
Εκεί που δεν δίνεις, εκεί που δεν παίρνεις, εκεί που όλα ...χαρίζονται ή όλα ...αρπάζονται. Εκεί που ...εκ-πτώσεις δεν υπάρχουν. Εκεί που οι πτώσεις βιώνονται.
Εκεί που ποσοστά δεν υπάρχουν, εκεί που τίποτα δεν ποσοτικοποιείται μέσα στα ψέματα στατιστικών, ορίων και σφαλμάτων. Εκεί που κάθε τι είναι μοναδικό. Εκεί στο...όλα ή στο...τίποτα.
Εκεί που η νίκη δεν είναι...κέρδος. Εκεί που η ήττα είναι ...θάνατος. Εκεί που οι Νόμοι είναι ισχυροί όπως σε όλα τα Άνομα. Εκεί που τα πάντα φτιάχνονται από την ...αρχή, εκει που όλα είναι γυμνά, ακόμα και από τη παραμικρή υποψία βεβαιότητας.
Εκεί που όλα δεν έχουν αύριο. Εκεί που το σήμερα βιώνεται. Εκεί που το φθαρτό δεν ψιμυθιώνεται ως αθάνατο. Η Πόλη Μου.
Και εμένα που τα κτητικά με τρομοκρατούσαν πάντα, και αυτά που μου «ανήκαν», και αυτά που τους «ανήκα», Αυτή να είναι ...ΜΟΥ. Καταδική Μου. Μήτρα Μου. Ένας ομφάλιος που πάντα θα αρνιέμαι να κόψω. Η σταθερά Μου.
Στις πολυπληθείς ...παραιτήσεις μου, στα άναρχα φευγιά μου, στους σοκαριστικούς φόβους μου, στους πανίσχυρους τρόμους και πανικούς μου, σε Αυτήν προστρέχω. Κι Αυτή που με έμαθε να λατρεύω το θύτη, το θύμα και την αφορμή, να με πιάνει από το χέρι και να με περιδιαβαίνει του ...κόσμου τη πιο νευρική διαδρομή. Το δικό μου...μέντιουμ της δικής Μου αλήθειας. Το δικό Μου...παραμύθι. Η δική Μου ....παραμύθα. Εκεί, στους δρόμους της που κανείς δεν με μετρήσει ...αλγεβρικά ή ...διανυσματικά. Εκεί που κανείς δεν ενδιαφέρεται να με χώσει σε μέσους όρους, να με λειώσει σε μια ...συνισταμένη. Εκεί που οι παράταιροι είναι οι άνθρωποι Μου. Αυτοί που δεν τους «ξέρω», αυτοί που δεν με «ξέρουν», αυτοί που δεν έχουν να μου αποδείξουν τίποτα, αυτοί που δεν μου ζητούν να τους αποδείξω τίποτα. Οι ...Άγνωστοι. Οι γνωστοί ...άγνωστοι. Αυτοί που γνωρίζουν γιατί αναγνωρίζουν τα σημαντικά Μου. Την προσφυγιά Μου.
Εκεί, που το ...όλον, κανείς δεν μου ζητάει να το εντάξω στο...μου. Εκεί που κανείς δεν μου ζητάει να ...μοιάσω. Εκεί που κανείς δεν μου ζητάει να ...μοιραστώ. Εκεί που κανείς δεν μου ζητάει να ...πλανίσω και να ...πλανήσω για να χωρέσω. Εκεί που μπορώ να ...πλανηθώ. Όχι με...πλάνη πριονιού αλλά με. πλάνη ...λάθους. Άλλωστε ...για παραισθήσεις καλές φημίζομαι. Εκεί, μια κουκίδα, μέσα σε ένα μωσαϊκό.
«Αν καταρρεύσει η πρωτεύουσα θα καταρρεύσει η χώρα». Η χώρα...κατέρρευσε. Η πρωτεύουσα ...αντιστέκεται. Η πόλη ...αντιστέκεται. Η Αθήνα ...γιατροπορεύει. Εμένα.
Μια Παναγία. Μια Μαγδαληνή. Μια Παρθένα. Μια Πουτάνα. Μια Μάννα. Μια Μήτρα.
Υ.Γ. Στις αρχές του 1977 δύο φοιτητές της αρχιτεκτονικής σχολής.....
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Ο Master chef της φυλής των δήθεν και τα ...παράταιρα
Έτσι να αναρωτιέσαι, τι λέξεις θα σκάρωνε, αν καθόταν ακόμα σε εκείνη τη γωνιά, απέναντι από την σκάλα που βγάζει στην Βαρβάκειο, εκεί δίπλα στον μαρμάρινο τον νεροχύτη, εκεί που ο Ανέστης πλένει ακόμα στο χέρι τα θαμπωμένα από την πολλή χρήση ποτήρια duralex. Μεσ’ την υπόγεια την ταβέρνα.... Στην δική ΤΟΥ την ταβερνα.Πολλή κουβέντα για το λαϊκό. Τι είναι λαϊκό τελικά; Λαϊκό είναι το αυθεντικό. Και με αυτή την έννοια το Δίπορτο παραμένει ένα λαϊκό καπηλειό. Κι ας έχει άλλο κόσμο πια.
Η περιοχή λίγα χρόνια πριν ήταν ντυμένη σε χρώματα αφρικανικά, μύριζε μπαχαρικά, μύριζε παστό ψάρι και διαλαλούσε τα καλούδια της σε διάφορες γλώσσες. Στο τελευταίο «νοικοκύρεμα» το ...ραβδάκι σάρωσε και όλους τοςυ αλλοδαπούς –πραματευτάδες και αγοραστές- αφήνοντας πολλούς Έλληνες μαγαζάτορες χωρίς...πελατεία. Που πηγαν οι Αφρικανοι και τα σαρίκια των Ινδών; Οι Πακιστανοί; Ε, το ...Ολυμπιακό μας προφίλ δεν επέτρεπε μυρωδιές σαρδέλας και τσαντόρ...
Οι ...οραματιστές επιθυμούσαν διακαώς την μετατροπή του ....down town area, σε ...κέντρο προοδευτικών τάσεων της τέχνης.
«Εκσυγχρονίστηκε» και αυτή. Με αυτόν τον τρόπο που στην Ελλάδα εννοεί τον «εκσυγχρονισμό» η φυλή των δήθεν.
Το Δίπορτο, έχασε την αυθεντική πελατεία του, τους μαγαζάτορες της περιοχής, τους μικροπωλητές, τις παλιές βετεράνες πόρνες και τσατσάδες της περιοχής-με τις πιο σκαμπρόζικες αλλά και τις πιο ηδονιστικές ιστορίες που έχω ακούσει ποτέ-, που περνούσαν για ένα καρτούτσο απο την θεϊκή ρετσίνα του συνοδευμένη απο λίγο γαύρο μαριναρισμένο, πριν πιάσουν δουλειά.
Αλλά το Δίπορτο άντεξε. Και σε όλο αυτό το δήθεν που πάλεψαν κάποιοι να κάνουν το Ιστορικό κέντρο της Αθήνας, αυτό αντιστεκόμενο σε κάθε είδους νεωτερισμό και εκσυγχρονισμό, σε κάθε τόσο κοινότυπη ...καινοτομία, ξαναβρήκε τον δικό του κόσμο. Από τους Κινέζους μαγαζάτορες που ανακάλυψαν την καυτερή φάβα, μια φοιτητοπαρέα, ένας περαστικός, διανοούμενοι, «διανοούμενοι», «επώνυμοι», «φίρμες» και ...ανώνυμοι, πολλοί ανώνυμοι με ...ονοματεπώνυμο, που δεν το εγκατέλειψαν ποτέ, και τουρίστες, αυτοί που το μαθαίνουν στόμα με στόμα από όποιον ξένο φίλο είχε πραγματική διάθεση να ερωτευτεί την Αθήνα. .
Η ρετουσαρισμένη φωτογραφία «του παλιού μου αφεντικού, Θεός σχωρεστον» που λέει ο κυρ- Μήτσος, έχει να πει πολλά. Το παλιό ΙΖΟΛΑ, τα βαρέλια, τα ξύλινα τραπέζια, οι καρέκλες, όλα φθαρμένα από τους αιώνες που αλλάξανε. Η λαδοκολλα, το χαρτί αντί για χαρτοπετσέτα.Το πάτωμα φθαρμένο- μου την είπε ο Σ... ,αν μπει το υγειονομικό θα σου βάλουν πρόστιμο, αλλά του είπα αυτό είναι το μαγαζί, άμα εσύ δεν καταλαβαίνεις να μην ξαναρθείς. Άμα δεν καταλαβαίνεις....
Οι ξύλινοι οι πάγκοι που χωράνε παρέες και μοναχικούς, παράταιρους μεταξυ τους που γινονται ένα. Ο δωδεκάχρονος Αλβανός με το μπαγλαμαδάκι να τραγουδάει την παξιμαδοκλέφτρα. Καπνοί πια δεν υπάρχουν, καρφώθηκε πάνω στα ..βαρέλια το σήμα «απαγορεύεται το κάπνισμα» - αλλά ίσως ναναι και καλύτερα έτσι. Οι παρέες φτιάχνονται ΚΑΙ στο πεζοδρόμιο, το χάζι στην αγορά, η ατάκα, τα ...παράταιρα.
Το Δίπορτο, ένα κομμάτι της πόλης μας, που αντιστέκεται μαζί με όσους επιμένουμε να φωνάζουμε εδώ και χρόνια ότι αν την αγαπήσεις την Αθήνα, αν της αφεθείς, αν την καψουρευτείς, είναι η πιο κλασσική πόλη-γκομενα. Όχι, δεν είναι πόλη συζυγος η Αθήνα, πόλη γκόμενα είναι.
Σε αυτήν την ίδια πόλη, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω, πιο βόρεια, πιο νότια, πιο ανατολικά, η ελληναραδική λαιφσταλιά, μετονόμασε το μπριάμ σε ...ratatouille.
Σιγά σιγά έπαψαν να είναι οι φυλές των φίλων, αυτές που χάνεσαι στην αγκαλιά της κατανόησης, της ανοχής, της αγάπης τους, αυτές που απαλύνουν, που στρογγυλεύουν την απογοήτευση, τον πόνο, την ανησυχία, αυτές που μεγεθύνουν την επιτυχία, την χαρά, τη ευτυχία. Σιγά σιγά έπαψε το φαγητό και το ποτό να είναι η αφορμή για να μαζευτούμε γύρω από ένα τραπέζι, πάνω απο μια μπάρα..
Σιγά σιγά απεκδυθήκαμε τους ρόλους του πρωταγωνιστή και γίναμε κομπάρσοι, σκηνικά του όποιου το lifestyle αναδεικνύεται σε ιλουστρατιόν περιοδικά.
Σιγά σιγά οι φυλές των δήθεν εξαπλώνονται και επιμολύνουν τα πάντα. Δεν μοιράζονται ζωή και απολαύσεις, απλά ανταλλάσσουν ατάκες... «αχ, χθες είμαστε εκεί, και μας εξομολογήθηκε ο chef Φούφουτος το πως χτυπάει τη στάκα, που προμηθεύεται το σταμναγκάθι και πως μαγειρεύει τα ....αμελέτητα».
Σιγά σιγά οι μάγειροι έγιναν ...chef. Σιγά σιγά η κατσαρόλα έγινε ...must.
Η καινούργια ελληναραδικη λαιφσταλιά δεν είναι πια ούτε ο τετράλιτρος γοτθικός ναός που ανεβοκατεβαίνει στην Κηφισίας- tout à fait banal mes amis- ούτε το εξοχικό στη Μύκονο, στην Αράχοβα,ουτε η σομόν μαιζονέτα. Το καλό το life style το καταλαβαίνεις από την κατσαρόλα.
Και σαν να μην μας έφτανε όλη αυτή η δηθενιά στα διάφορα ...in της φυλής των δήθεν, κατέκλυσε όλο αυτό το άθλιο και το γυαλί.
Εγώ συχωριανοί μου, τα πάθη των ανθρώπων τα προσκυνώ γονυπετής. Το μόνο που μπορεί να φιλοτεχνήσει, αυτήν την παύλα ανάμεσα σε δυο χρονολογίες πάνω στο μάρμαρο του καθενός, είναι το πάθος. Άντε και κανένα …λάθος, άντε και καμιά …μαγκιά άντε και καμιά …παραγγελιά. Δηλαδή όλα αυτά που πληρώνεις ακριβά, γιατί ΑΞΙΖΟΥΝ ακριβά. Όχι αυτά που τιμώνται ακριβά, αυτά που ΑΞΙΖΟΥΝ ακριβά
Αλλά το φτηνιάρικο το πάθος για τον ΔΗΜΟΣΙΟ εξευτελισμό δεν το χωράει ο νους μου.
Πως είναι δυνατόν να στήνεσαι, να παρακαλάς και να επιζητάς να σε εξευτελίσει ΔΗΜΟΣΙΑ ο κάθε …μάγειρας που με ύφος και στυλ 17 καρδιναλίων, σε επιπλήττει για το πώς καθαρίζεις τις πατάτες, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα;
Και καλά τον μάγειρα και τον ...ρεστοκριτικό-που το έχει δει και μεγάλος επιστήμων και μεγάλος καλλιτέχνης- άστον να χαριεντίζεται στο καλάμι του.
Και καλά αυτόν που το έχει το βίτσιο να παριστάνει τον υπάκουο μαθητή -κλόουν στην αρένα με τα κρεμμύδια, τα σκόρδα και τις πατάτες , αστον στη θάλασσα της ανοησίας του
Αλλά γαμώ το κέρατο μου, ποιοι είναι αυτοί οι …τηλεθεατές, που βρίσκουν χαριτωμένο, ενδιαφέρον, ψυχαγωγικό, το να χαζεύουν, τον εκατόνταρχο-μάγειρα- να ξεσκίζει εξευτελίζοντας τον κάθε βλαμμένο που θέλει να κάνει καριέρα στις αγκινάρες baby- μπορεί και αγκινάρες junior θα σας γελάσω; Ποιος γαμώτο; Ποιος;

Καληνύχτα, και ...στην υγειά μας
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Αφιερωμένο στον Μανώλη
Περίεργο φθινόπωρο. Όλα ...εν αναμονή. Όλα να τρέχουν και όλα να είναι ίδια. Στο τηλέφωνο παλιός μου φίλος, παλιός συνοδοιπόρος σε ένα ταξίδι που για μένα έμεινε απλά μια εκδρομή. Εμείς, φύγαμε…Εμείς βρισκόμαστε στη χάση και στη φέξη πια, στα παλιά λημέρια…ίσα για ένα κρασί. Και μετά ο καθένας …σπίτι του, στις δουλειές του, στις δουλείες του, στους ανθρώπους του, στον κόσμο του...
- Ρε εσύ μπήκα να διαβάσω τι έχεις γράψει και ...δεν έγραψες τίποτα.
- Όχι ρε Μανώλη, δεν έγραψα. Αλλά θέλω να γράψω ...για σένα
Σήμερα θέλω να γράψω για την αγάπη του Μανώλη. Για ένα μπαλαμό που παλεύει να γίνει …δικός. Για τον έρωτα του, που έγινε αγάπη παραμένοντας έρωτας.

Αθίγγανοι, Τσιγγάνοι, Μανούχηδες, Μελελέ, Γύφτοι, Σίντηδες που τώρα πια το πολιτικά ορθό προστάζει να σας πουν Ρομά, νομάδες μου στην εποχή που οι όλοι μετρούν τα ...ακίνητα, άνθρωποι της κοινότητας στις μέρες του ιδιωτεύειν, σκηνίτες μου περιφερόμενοι σε τόπους που ακόμα και το οργανωμένο camping πεθαίνει σαν τουριστική ατραξιόν, μεγάλοι και τρανοί μιλούν, τσακώνονται για εσάς.
Κι ο Μανώλης μου λέει ότι τον ρωτάτε …με περηφάνεια, τι λένε για εσάς ...τόσο μακριά από εσάς.
Δεν μπορείτε να ενσωματωθείτε λένε...
Μα αν κάποιο, ένα και μόνο, είναι το δικό σας το χαρακτηριστικό, η μαγεία και η κατάρα σας, είναι ακριβώς αυτό. Ότι κανείς, τίποτα και ποτέ, δεν στάθηκε ικανό να σας κάνει να αλλάξετε, να σας δελεάσει να αλλαξοπιστήσετε, να σας πείσει να γίνεται σαν και εμάς, να σας πείσει να «ενσωματωθείτε».
Στην εποχή του τόσο ίδιου, εσείς να μένετε και να παραμένετε τόσο χαρακτηριστικά, τόσο μαγικά και τόσο καταραμένα ...διαφορετικοί.
Ο Μανώλης όταν σας γνώρισε αποφάσισε ότι …κάποιο λάθος υπήρχε εκεί, σε αυτό που ήξερε, που ζούσε, που οι γραφές του είχαν πει ότι του αρμόζει για ζωή, για καριέρα, για κοινωνικό status.
Τότε, ίσως και εμείς να το ψυχανεμιστήκαμε αυτό το …λάθος ...εκεί ή τουλάχιστον έτσι λέγαμε τότε, μόνο που όλοι εμείς κάναμε την δουλειά μας, πληρωθήκαμε για αυτήν, φύγαμε και συνεχίσαμε τη ζωή, που λίγο ως πολύ ήταν προδιαγεγραμμένη για να τη ζήσουμε όπως την ζούμε.
Ναι, αλήθεια σας λέω, σας ερωτευτήκαμε και εμείς…αλλά δεν θα σας πω ψέματα, εμείς δεν σας αγαπήσαμε. Όσο μας επιτρέψατε ακουμπήσαμε το δάχτυλο στα σημάδια σας, κάποια από αυτά μας σόκαραν, κάποια από αυτά μας εντυπωσίασαν, κάποια από αυτά μας ιντριγγάρισαν, κάποια από αυτά τα ερωτευτήκαμε, κάποια από αυτά δεν τα χώρεσε ποτέ το μυαλό μας, …και ναι, κάποια από αυτά μας φρικάρισαν. Για 18 μήνες πηγαινοερχόμαστε, μπαινοβγαίναμε σε ένα ολότελα ξένο κόσμο από τον δικό μας. Όπως εσείς, αιώνες τώρα, είσαστε καταδικασμένοι να ζείτε σε ένα ολότελα ξένο κόσμο από τον δικό σας. Στο δικό μας κόσμο.
Αλήθεια Μανώλη καθε φορά που σε βλέπω, κάθε φορά που μιλάμε στο τηλέφωνο, κάθε φορά που επικοινωνείς με όλους εμάς που κάποτε είμαστε ομάδα, για να μας ζητήσεις …κάτι, μια χάρη, μια πληροφορία, μια επαφή, ένα τηλέφωνο, μια βοήθεια, αναρωτιέμαι. Ακόμα δεν το έχεις μετανιώσει;
Όλα όσα μπορούσες, αυτά που ….το μέσο «θέλω»,τα …θέλει πολύ, όλα αυτά που τους γύρισες την πλάτη, δεν σου λείπουν;
Άραγε κοντά δέκα χρόνια μετά, ακόμα γυρνάς το βλέμμα έκπληκτος, βγάζεις αμήχανα τα γυαλιά σου να τα σκουπίσεις στο πουκάμισο, άλλοτε μαγεμένος και άλλοτε φρικαρισμένος και λες «ρε πούστη μου, δεν είναι δυνατόν, δεν το πιστεύω».
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι όπως τότε, από το πως είναι δυνατόν μια φυλή να μην παράγει ποτέ υπαλλήλους;
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι όπως τότε, από την βαθιά χωνεμένη αθεΐα, που όμως γίνεται μια τυπική θρησκεία, η θρησκεία του τόπου κατοικίας. Για να γίνει μετά μια άλλη, και μια άλλη, και μία άλλη. Άραγε ακόμα ρωτάς «Μα ποιο Θεό έχετε;».
Και εκείνα τα κατάμαυρα τα μάτια, τα μάτια κάρβουνο σηκώνονται στον ουρανό και να σου δείχνουν τον ήλιο. Την ίδια ώρα που το χαμόγελο χαράζεται ειρωνικό, ίσα να δείχνει δόντια κίτρινα από τον καπνό και από τον χρυσό.
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι όπως τότε, από το ότι τα παιδιά «ανήκουν» πιο πολύ στην κοινότητα από ότι «ανήκουν» στον γονιό;
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι όπως τότε, από αυτά τα κοριτσάκια των 12 και των 13 χρόνων, αυτά που λούζονται στις αυλόπορτες μέσα στις σκάφες φορώντας την κλαρωτή φούστα, αυτά που έχουν το κουράγιο, την δύναμη, τα κότσια, την φωτιά να αψηφήσουν εξουσίες, γονείς, μαχαιρώματα, απειλές, ξύλο και να κλεφτούν με το παλικάρι... ετών 14;
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι από το πως μπορεί η ψυχή να υποκαθιστά και να αντικαθιστά, ότι εμείς μάθαμε, έγινε δεύτερο πετσί μας, να θεωρούμε, ηθικό, δίκαιο, σωστό, δημοκρατικό, υγιεινό ...ή ότι;
Άραγε ακόμα μαγεύεσαι όπως τότε, από τους άγραφους μεν αλλά τόσο ισχυρούς «νόμους»,νόρμες, ήθη και δίκαια. Αυτοί οι «νόμοι» που είναι απείρως ισχυρότεροι από τον όποιον ...νόμο.
Και...άραγε ακόμα μαγεύεσαι με το πως είναι δυνατόν άνθρωποι αγράμματοι, άνθρωποι αναλφάβητοι, να έχουν καταλάβει ότι ένας από τους πιο μεγάλους εχθρούς του μέλλοντος της φυλής τους είναι η εκπαίδευση στα σχολειά του δικού μας κόσμου.
Το ξέρω Μανώλη... ότι θυμάσαι πόσο φρίκαρα, πόσο εξοργιζόμουν, πόσο τσακωνόμαστε, -κάποτε ανταλλάξαμε και βαριές κουβέντες- γιατί εγώ αρνιόμουν να αποδεχτώ την άρνηση των γονιών να στείλουν τα παιδιά τους σχολείο, αρνιόμουν να αποδεχτώ τις χίλιες μύριες δικαιολογίες που χρησιμοποιούσαν. «Τους κάνεις κακό που τους δικαιολογείς» σου φώναζα, «τους χαϊδεύεις». «Είσαι μια ηλίθια που βλέπει μόνο αυτό που της δείχνουν» μου απαντούσες.
Ο καβγάς κορυφώθηκε εκείνη την Παρασκευή που το κοριτσάκι –δεν θυμάμαι το όνομα της – με ρώτησε, «και θα μπορώ να διαβάζω και αυτά που γράφουν οι ταινίες στην τηλεόραση που δεν μιλάνε ελληνικά;» Εγώ το θεώρησα σαν δόλωμα, το καλύτερο δόλωμα να βάλω στο αγκίστρι.
Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να καταλάβω την διαφορά της εκπαίδευσης από την Παιδεία, έπρεπε να αποστασιοποιηθώ για να καταλάβω ότι αυτή η φυλή- που το δικό της ολοκαύτωμα ποτέ δεν θα ιστορηθεί- επέζησε γιατί άλλη πατρίδα εκτός από την περηφάνια της δεν είχε ποτέ.
Έπρεπε να συνειδητοποιήσω, να χωνέψω, να ανακατευτώ με άλλες φυλές για να καταλάβω ότι μπορείς να ζήσεις χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς γιατρό, χωρίς σπίτι, ακόμα και χωρίς ελπίδα, αλλά ΔΕΝ μπορείς να ζήσεις εξευτελισμένος. Δεν άντεχαν να αφήσουν τα παιδιά τους να νοιωσουν παρίες.
Έπρεπε να δω ...άλλα, για να μπορώ σήμερα να πω ότι αυτό που τότε θεωρούσα σαν κουτοπονηριά τους, δεν ήταν παρά φόβος. Ή ίσως περηφάνια. Κι ίσως ίσως ο μόνος τρόπος επιβίωσης ενός κόσμου μέσα σε έναν άλλο, απόλυτα ξένο. Σε ένα κόσμο μπαλαμό.
Ναι και εγώ ...ερωτεύτηκα πολλά, αλλά δεν κατόρθωσα ποτέ να δω τον κόσμο τους με τα δικά τους μάτια. Ψηλάφισα, αλλά προσπαθούσα να βάλω τα κομμάτια του puzzle που εγώ είχα φτιάξει, κλίνοντας τα μάτια στην πραγματική εικόνα.
Ίσως απλώς να αποδέχτηκα πράγματα χωρίς να τα κατανοήσω.
Μπήκα ξένη, μπήκα ορμητικά κραδαίνοντας σαν λάβαρο το ορθό του δικού μου κόσμου, και βγήκα ...ξένη.
Μπήκες με τρυφεράδα, με σεβασμό, με ταπεινότητα, με αγάπη. Μπήκες με θαυμασμό.
Μπήκα να τους προσφέρω αφειδώς γυάλινα καθρεφτάκια όταν δεν μπορούσα να εκτιμήσω το δικό τους ...μπαχάρι.
Έμεινες εκεί όρθιος, πάντα εκεί, να τους περιμένεις να φέρουν μόνοι τους το πολύτιμο μπαχάρι τους σε σένα, πιπέρι ζηλευτό που καίει όποιον δεν το καταλαβαίνει, που κάνει τα μάτια να καίνε αλλά την γλώσσα να απολαμβάνει.
Πήγες να μάθεις πράγματα, πήγα να τους μάθω πράγματα.
Πήγα να ...τους σώσω. Πήγες να ...σε σώσουν.
Πέτυχες. Απέτυχα.
Κι ίσως γιαυτό...δεν έγραψα. Γιατί εγώ είμαι η πρώτη που δεν ...κατάλαβα όταν έπρεπε. Πως να γράψω τώρα για να καταλάβουν οι άλλοι;
Στην υγειά μας Μανώλη. Όλων μας.
Κυριακή 27 Ιουνίου 2010
Οι πιο δικοί απο τους δικούς μας
Ένας ολόκληρος λαός, εγκλωβισμένος μπροστά στο τηλεκουτί αναρωτιέται… θα πάρουμε τη δόση μας;Και οι έμποροι της …δόσης, όπως άλλωστε επιβάλλουν οι ...κανόνες του marketing των ναρκέμπορων απανταχού στο κόσμο, του κλείνουν το μάτι...του σφίγγουν το χέρι, του πουλάνε την δόση και τον διαβεβαιώνουν ότι όλα θα πάνε καλά. Οι τηλε-αστέρες βαποράκια, ανάμεσα σε γιαούρτια, σερβιέτες, απόηχους στεγαστικών και οργιαστικά σαμπουάν- που όμως όλο και μειώνονται-, του μεταπωλούν την δόση. Η καθαρότητα της δόσης... άγνωστη. Το πιθανότερο...θανατηφόρα.
26 του Ιουνίου, ημέρα κατά των Ναρκωτικών. Και κοίτα να δεις και Ημέρα κατά των Βασανιστηρίων. Αυτό το ...κατά. Αυτό το μικρό «κατά».
Στο ντούκου πέρασαν. Ούτως ή άλλως το σύστημα προγραμμένους τους έχει και τους τοξικοεξαρτημένους και τους βασανισμένους.
Κάποιος παλιός μου δάσκαλος έλεγε αν θέλεις να δεις το όλο, κοίτα καλά το ένα. Και έτσι απόψε , σε αυτή την ανάρτηση, θα γράψω ...δυο αναρτησεις. Μία, για αυτόν τον Ένα. Και μία για αυτό το Όλο.
Ο Ένας.
Όποιος από εμάς πέρασε ακόμα και μια φορά, ακόμα και έτσι περαστικός, βιαστικός διαβάτης, αγχωμένος να διεκπεραιώσει κάποια δουλειά, από τους δρόμους που η Τίνα ονειρεύεται να κάνει δρόμους των μπαχαρικών, θα είδε, θα άκουσε, θα ακούμπησε τους πιο δικούς μας από τους δικούς μας ανθρώπους, τα πιο θύματα από τα θύματα, τους πιο αδύναμους από τους αδύναμους, τους πιο ασθενείς από τους ασθενείς.
Και η Πολιτεία; Τι κάνει χρόνια τώρα η Πολιτεία για τα άρρωστα παιδιά της; Ποιο πρόσωπο της, βλέπουν οι ασθενείς και οι αδύναμοι; Ποιο χέρι της τα ακουμπάει; Και πως;
Η σκούπα. Πρόσωπο ...σκούπα. Οι επιχειρήσεις σκούπα. Έτσι, τα ...σκουπίδια τα σκουπίζεις, τα πετάς, τα πατικώνεις, τα χώνεις κάτω από τα τρύπια χαλιά για μία νύχτα, για μια βδομάδα, για ...ότι. Ότι δεν βλέπουμε δεν υπάρχει.
Αυτά τα παιδιά σου δεν είναι συνήθως ψηφοφόροι πελάτες σου. Σκούπισε τους. Άσε, παραχώρησε την ευθύνη της ζωής και του θανάτου τους, του πόνου και της αρρώστιας τους, της ανάγκης και της ελπίδας τους, στους ναρκέμπορους, στις μαφίες, στους εξαγριωμένους κάτοικους, στους βαριεστημένους μπάτσους, στους νεοφασίστες κυνηγούς κεφαλών που βρωμάνε πατριδίλα.
Πριν περίπου ένα μήνα στη Γερανίου, ένα παλικαράκι παραπαίει και παραπατάει προσπαθώντας να στηριχθεί από το μανίκι ενός φοβισμένου περαστικού που τραβιέται, από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, από τον αέρα, και από ένα ... αυτοκίνητο εν κινήσει.
Δυο κοπελίτσες, αυτά τα κοριτσάκια με τον εφηβικό ακόμα, μαύρο δέρμα, που τόσο βιαία και τόσο βάρβαρα ενηλικιώθηκαν, παρατάνε για δυο λεπτά το κυνήγι του πελάτη, τον βουτάνε από τις μασχάλες, τον ακουμπάνε, τον αποθέτουν τρυφερά στο πεζοδρόμιο και ...ξαναγυρίζουν στη δουλειά.
Φωτογραφίζεις τον πόνο των ανθρώπων; Φωτογραφίζεις την αλληλεγγύη των ανθρώπων; Φωτογραφίζεις το κράτημα των αδύναμων και των θυμάτων;
Ναι, αλλά μόνο με τα μάτια. Και αφήνεις μέσα στο κεφάλι σου αυτήν την τόσο πολύτιμη εικόνα, την τόσο λαμπερή φωτογραφία, να ουρλιάζει ότι ακόμα και τη χειρότερη εξαθλίωση, την νικάει το χέρι που ακόμα τρέχει να ...κρατήσει.
Κι όμως μόλις τρεις δρόμους πιο πάνω από εκεί που η επίσημη Πολιτεία και οι επίσημες Κυβερνήσεις έχουν ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ για το πως θα αντιμετωπίσουν, τα βασανισμένα παιδιά τους που πονάνε, χθες βράδυ στήθηκε ένα αυτόνομο χωριό ηρώων. Των πιο ηρώων από τους ΗΡΩΕΣ.
Στην Ομόνοια, στον πεζόδρομο της Δώρου, πίσω από το λαμπερό μέγαρο της Εθνικής, η Παρέμβαση έφερε τα χειροποίητα νταούλια της, τα bendir της, τα χειροτύμπανα, και πάνω από όλα τους ανθρώπους που αντίκρισαν μέσα από πολύ πόνο, κόπο, δάκρυα και ιδρώτα, την καθαρή πλευρά της ζωής.
Και μέσα από τους πιο όμορφους ήχους που έχω ακούσει ποτέ μου, αυτοί οι άνθρωποι, μας είπαν ότι «η ζωή είναι μαγκιά».
Και δεν νομίζω ότι μπορούσε κάποιος άλλος, δικαιούται κάποιος άλλος, καλύτερα από αυτούς να αρθρώσει την λέξη ΜΑΓΚΙΑ. Εκστατική, μαγεμένη, συνεπαρμένη, ...πόσες λέξεις πρέπει να βάλω στη σειρά και πόσο λίγες θα είναι, ένοιωσα ντροπή που εμείς μιλάμε για την ...δική μας δόση του Σεπτέμβρη, του Οκτώβρη ή όποτε...
Το πεντακάθαρο, λαμπερό, ουρανός φωτεινός και ασυννέφιαστος, βλέμμα του Β. μας ιστορούσε καλύτερα από το στόμα του, ότι μετά από 17 χρόνια βρίσκει ότι ...η ζωή είναι ...εντάξει.
Αλλά ... υπάρχει και το όλο. Υπάρχουν οι αριθμοί τα ποσοστά, που κάθε άλλο παρά λαμπερά και φωτεινά είναι για αυτούς που είναι οι πονεμένοι, οι ασθενείς, οι βασανισμένοι και ως εκ τούτου ...οι πιο δικοί μας από τους δικούς μας ανθρώπους. Κια έτσι παραθέτω τα νουμερα, χωρίς σχολια. Έτσι, μονα τους. Έτσι στεγνά. Έτσι εκωφαντικά. Σαν πυροβολισμούς.
Ο παγκόσμιος τζίρος από τα ναρκωτικά είναι μακράν μεγαλύτερος ακόμα και από τον παγκόσμιο τζίρο των όπλων. Για κανέναν από τους δύο δεν υπάρχουν όχι ακριβή νούμερα, αλλά ουτε κατα προσεγγιση στοιχεία.
Η αναλογία ανδρών- γυναικών είναι περίπου 4/1
Το 85,3% κάνει χρήση ηρωίνης, το 8,7% κάνει χρήση κάνναβης και μόλις το 4% κοκαΐνης και το 0,8% άλλες ουσίες.
Τα άτομα με κύρια χρήση ηρωίνης ζουν σε σημαντικά πολύ χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης από οποιονδήποτε άλλο χρήστη, έχουν σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης και έχουν ολοκληρώσει σε σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό το Λύκειο.
Οι μισοί από τους χρήστες δηλώνουν ότι κάνουν χρήση κοινής σύριγγας.
Συνολικά το 61,3% δηλώνουν άνεργοι.
Η μέση ηλικία έναρξης (ενέσιμη ή μη μορφή) είναι τα 16,4 έτη.
Η μέση ηλικία των ανθρώπων που απευθύνονται σε κέντρα απεξάρτησης είναι τα 29,6 έτη.
Το ποσοστό των χρηστών που απευθύνονται σε κέντρα απεξάρτησης έχουν κατά 94,1% ελληνική υπηκοότητα. Μεταξύ του 2002 και του 2008, αυξήθηκε το ποσοστό των με άλλη πλην ελληνικής υπηκοότητας, αιτούντων βοήθεια, από το 2,2% το 2002 στο 5,9% το 2008.
Σε μονάδες υποκατάστασης βρίσκονται 4.804 άτομα.
5.261 άτομα βρίσκονται σε λίστα αναμονής προγραμμάτων υποκατάστασης.
Για την μεθαδόνη: Το 3,98% αποχωρεί από το πρόγραμμα υποκατάστασης λόγω θεραπείας, το 25,85% λόγω παραπομπής*, το 58,52 με πρόωρο εξιτήριο**, το 5,97% οικειοθελώς, το 4, 26% λόγω θανάτου και τέλος το 1,4% λόγω φυλάκισης ή σοβαρών λόγων υγείας.
Αντίστοιχα τα ποσοστά και για την βουπρενορφίνη: θεραπεία 5,93%, παραπομπή 9, 31%, πρόωρο εξιτήριο 54,55%, οικειοθελώς 26,16%, θάνατος 2,44%, φυλάκιση ή σοβαροί λόγοι υγείας 2,46%.
Τα άτομα που έκαναν αίτηση το 2008, συμπληρώνοντας ερωτηματολόγιο για στεγνά προγράμματα απεξάρτησης είναι 4.862 (παλιοί που έχουν ξαναπαρακολουθήσει κάποιο πρόγραμμα και νέοι)
Σχεδόν 1 στα 3 (30, 9%) άτομα, πήρε την πρωτοβουλία να ζητήσει μόνο του βοήθεια, ένα στα 4 (23,3%) είχε την παρότρυνση φίλων (συνήθως ατόμων ήδη απεξαρτημένων), και το 22,7% είχαν την παρότρυνση της οικογένειας τους.
Για τα στεγνά προγράμματα θεραπευτικά προγράμματα το 2008 είχαμε ένταξη σε 1444 ατόμων.
Τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 40,78% ολοκλήρωση θεραπείας, 1, 29% παραπομπή, 10,68% πρόωρο εξιτήριο, 47,25% οικειοθελής αποχώρηση, ενώ δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα ποσοστά θανάτων ή φυλακίσεων.
*παραπομπή σε άλλο πρόγραμμα απεξάρτησης
**πρόωρο εξιτήριο δίνεται κατά κανόνα όταν παραβιάζονται οι κανόνες πλαισίου του προγράμματος, είτε του προγράμματος υποκατάστασης είτε των στεγνών προγραμμάτων.
Η επιμόλυνση των χρηστών από τον ιό της ηπατίτιδας C, της ηπατίτιδας Β, και τον ιό ΗIV, συνολικά κινείται σε ποσοστά από το 44,2% μέχρι 55.5%, ανάλογα το πρόγραμμα που ακολουθούν (στεγνό ή υποκατάστασης). Για όσους δεν ακολουθούν κανένα πρόγραμμα στοιχεία ΔΕΝ υπάρχουν.
Οι βεβαιωμένοι θάνατοι από τα ναρκωτικά το 2009 ανήλθαν σε 209 θύματα.
Για το έτος 2008 είχαμε 16.183 συλλήψεις με κατηγορίες για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών.
Η μέση περιεκτικότητα σε καθαρή δραστική ουσία, για την ηρωίνη το 2007 κινείται στο 19,3% ενώ το 2008 ανέρχεται στο 23, 0%. Για την κοκαΐνη αντίστοιχα παρουσιάζει αύξηση κατά 16.9% ενώ για τα δισκία τύπου έκσταση έχουμε υπερδιπλασιασμό της καθαρότητας και ποσοστό αύξησης που φτάνει το 125%.
Η τιμή της ηρωίνης κυμάνθηκε το 2008 από 10-80 ευρω/ g ενώ της κοκαΐνης από 45-100 ευρώ/ g. Τα δισκία τύπου Έκσταση οι τιμές τους κυμαίνονται από 8-25 ευρώ το δισκίο.
Η ΜΚΟ, Γιατροί του Κόσμου, με το πρόγραμμα «Δρόμοι της Αθήνας», είναι ουσιαστικά (από όσο τουλάχιστον γνωρίζω προσωπικά) η μόνη οργάνωση που διαθέτει υπηρεσίες άμεσης πρόσβασης που στοχεύουν σε παροχή βοηθείας σε χρήστες που βρίσκονται εκτός θεραπευτικών προγραμμάτων.
Η ΚΙΜ του ΟΚΑΝΑ δραστηριοποιείται ειδικά σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας. Το 2008, ανταποκρίθηκε σε 2.428 αιτήματα του ΕΚΑΒ για παρέμβαση.
Στην Ελλάδα υπάρχουν δυο προγράμματα ανταλλαγής συριγγών και ένα διανομής, καθώς και τρία ξεχωριστά προγράμματα διανομής προφυλακτικών.
Το 2006 από την ΜΑΒΥ ΟΚΑΝΑ ανταλλάγησαν 64.958 σύριγγες ενώ το 2008 μόνο 36.969.
Όσον αφορά για την απεξάρτηση των χρηστών που βρίσκονται στην φυλακή, δραστηριοποιούνται το ΚΑΤΚ στις φυλακές του Ελαιώνα Θηβών και το ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού.
Τα νούμερα τραγικότερα ακόμα και από την αλήθεια των θυμάτων. Η Πολιτεία, έχει προγράψει τα πιο όμορφα από τα παιδιά της. Αυτά με την ομορφιά του πόνου. Και πιστέψτε με συχωριανοί μου, μόνο όποιος έχει πονέσει πολύ γίνεται ...πολύ όμορφος. Και η μόνη αλήθεια σε αυτό το γαϊτανάκι είναι η αλήθεια που είπε ...έτσι απλά ο Β. σε ένα στενό πίσω από την Εθνική στην Ομόνοια. Η ζωή είναι μαγκιά. Μόνο που πίσω απο αυτή τη μαγκιά κρύβεται πολύς πόνος.
Και εμείς πάλι, ποτέ και ...πως θα πάρουμε τη δόση μας; Την επόμενη δόση μας...
Καληνύχτα.
Πηγές: EMCDDA (European Monitoring Centre for Drugs and Drugs Addiction
ΕΚΤΕΠΝ εθνικό κέντρο του EMCDDA
ΚΕΘΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Χημείο του Κράτους, Γ’ Χημική Υπηρεσία Αθηνών και Β΄ Χημική υπηρεσία Θεσσαλονίκης.
ΜΚΟ Γιατροί του Κόσμου
Ελληνική Αστυνομία

