Είναι όμορφο το τέλος. Ο Σεπτέμβρης
θαρρείς μαζεύει όλη τη χαύνωση ενός επίφοβου καλοκαιριού κι την δροσίζει, την
εξατμίζει. Οι αναβολές, οι διαχειρίσεις, οι επιστροφές, ξεβάφουν τις πορφύρες τους, κι ξεμένουν από λόγο ύπαρξης.
Η μεταβατικότητα σώνεται, λειώνει σαν ξεχασμένο
παγωτό σε χλιαρό πάγκο.
Τούτο το Σεπτέμβρη με γυροφέρνει εκείνη η μαγική φράση
του Μπαρνς: "Δεν πιστεύω στο Θεό αλλά μου λείπει"
Ποτέ δεν τα κατάλαβα αυτά τα ροζ που σου φοράνε. Πόλεμος και σεισμός είσαι του λόγου σου. Φωτιά που καίει τα πάντα στο πέρασμα σου. Να καούν, να λειώσουν τα πάντα, και εκεί πάνω στην καμένη γη, που αφήνεις στο κατόπι σου, εκεί να ξαναβλαστήσουν. Και περνάς και ξαναπερνάς… Κύρης κι Αφέντης, Τρομοκράτης και Άρχοντας της Ζωής. Και ξανακαίς τα βλασταράκια που άνθισαν μετά την μεγάλη φωτιά. Και ξανα... Αρχή και Τέλος είσαι του λόγου σου. Και μετά το Τέλος, μια καινούργια Αρχή. Και άντε πάλι από την Αρχή...
Εσύ σκοτώνεις τον Θάνατο, Θεέ μου φτερωτέ, Θεέ μου άσπλαχνε, Έρωτας το όνομα σου Εσύ που είσαι η θάλασσα που ανταριάζεις μέσα μου. Εσύ που είσαι ο μόνος ωκεανός που λαχταράω να περνοδιαβαίνω τα τεράστια κύματα σου με καρουδότσουφλο το κορμί μου, με μόνο πηδάλιο την ψυχή μου και με το απαγορευτικό του νου μου, να φωνάζει, και να απαγορεύει... Πόσα απαγορευτικά του νου μου παραβίασα; Πιο πολλά από όσα αντέχω να ξέρω. Πιο πολλά από όσα αντέχω να θυμάμαι.
...Από τα θρανία μέχρι το ...θα του θανάτου, στα θαύματα σου να παραδίνομαι.
Έρωτα μου Εσύ, Θεέ μου φτερωτέ, Θεέ μου άσπλαχνε, Εσύ που κάνεις τους γκρεμούς παράδεισους και τους παράδεισους ...γκρεμούς. Εσύ που πλήττεις, που βαριέσαι ανυπόφορα, που ξορκίζεις τις κάλμες και τις ησυχίες, τις κτητικότητες και τις ιδιοκτησίες, τους θεσμούς και τους νόμους, εσύ που παραβιάζεις κάθε Τάξη και κάθε Νόρμα, εσύ που ποδοπατάς στο διάβα σου κάθε Κανόνα και κάθε Συνήθεια, εσύ που μόλις η ανάσα πάψει να είναι λαχάνιασμα, πάψει να είναι συριχτή, πάψει να είναι ξέφρενη, μόλις πάει να βρει το ρυθμό της, ξαναβουτάς το τόξο, ακονίζεις το βέλος και δωστου πάλι να με ξαναχτυπάς και να με πετυχαίνεις. Μόνο για σένα Έρωτα μίλησα, ρωτώντας ...Έζησα;
Έρωτα εσύ που μόνο ελληνικά γνωρίζεις, άλλη γλώσσα δεν έμαθες του λόγου σου; Αλήθεια γιατί όλοι οι άλλοι σε λεν …αγάπη( amour, amore, love), αλήθεια γιατί όλοι σε υποτιμούν και σε φωνάζουν με τα ξέφτια σου; Τα ξέφτια σου, τα ξεφτια του κοκκινου λαμπερου μανδυα σου Έρωτα μου, είναι η ...αγάπη.
Θεέ μου φτερωτέ, Θεέ μου άσπλαχνε, Μεγάλε Δημιουργέ, της ζωής και του θανάτου μου, του κλάματος και του γέλιου μου, του πόνου και της χαράς, της ηδονής και της οδύνης, της μνήμης και της λήθης, Εσύ Θεε μου φτερωτέ, που κι όσες φορές σταύρωσα τα χέρια να προστατέψω το στήθος από τα βέλη σου, βρήκες την ίντσα του δέρματος μου την απροστάτευτη, να με ξαναχτυπήσεις. Αχιλλέας εγώ, με έμαθες ότι ..αθάνατη δεν είμαι. Αθάνατη με κάνεις Εσύ.
Θεέ μου φτερωτέ, Θεέ μου άσπλαχνε, Εσύ και μόνο Εσύ με δίδαξες στα ...θρανία σου, την μόνη εξίσωση που άξιζε να μάθω σε αυτή την ζωή.
Κωμωδία = Τραγωδία + Χρόνος
Αλλά Εσύ και μόνο Εσύ, ρίχνεις κάθε φορά τα πέπλα της θειας λήθης για να με κάνεις να την ξεχνώ τη γνωση, να παραβλέπω την εξισωση, έτσι για να μου δώσεις κάθε φορά την μαγική ευκαιρία να ...ξαναζήσω.
Έρωτα εσύ, που σε μασκάρεψαν με τα ροζ, όλοι αυτοί που Εσύ αγνόησες, διάλεξε Εσύ τους ζωντανούς και κέντα τους με τα βέλη σου. Χρόνια σου πολλά Θεέ φτερωτέ, Θεέ μου άσπλαχνε, να είναι πάντα η φαρέτρα σου γεμάτη, καλοακονισμένα βέλη, αυτά σου τα βέλη που γεννούν ...Ζωή.
«…Αυτός κοιτούσε συνέχεια το αιδοίο της, αυτό το ελάχιστο μέρος που με θαυμαστή οικονομία χώρου εξασφαλίζει τέσσερις υπέρτατες λειτουργίες: διέγερση, συνουσία, γέννηση, ούρηση…»
Όχι, ο Κούντερα δεν ήταν απόψε εδώ. Και η «Άγνοια», δεν έχει πια πέραση. Κανείς δεν γουστάρει πια τα παραμύθια, όλοι ιστορίες, στέρεες ιστορίες με πολύ «μέλλον», ψάχνουν να χτίσουν.
Το μπαρ στην παραλία έχει δυνατή μουσική, μια μουσική που πνίγει τους ψίθυρους. Μάλλον όχι, δεν τους πνίγει, απλά τους αντικαθιστά. Η μουσική χρησιμευει για να καλύψει την ανυπαρξία ψίθυρων.
Τα φουστάνια να φωσφορίζουν, τα μάτια να έχουν την αστραπή του πάγου, τα χαμόγελα με άγνωστους αποδέκτες, αποδέκτες που αν όλα πάνε ...καλά, μπορεί να γίνουν λίγο, αλλά για ..πολύ γνωστοί. Όχι, εδώ, σε αυτή τη σκηνή, δεν παίζεται καθόλου το μαγικό, «no names, no personal stories». Εδώ, με ένα ποτό, όλα θα ανακοινωθούν... όλα τα ασήμαντα. Τίποτα από τα σημαντικά.
Ο Πωλ δεν ειναι εδώ, δεν θέλει να πηδήξει το φάντασμα της ζωής του, ... ούτε καν τη Ζαν. Σε αυτή τη καλοκαιρινή σκηνή, only …names, only ...personal stories. Ιδιαίτερη πέραση έχουν τα success stories. Χαρίζω το ακριβό μου πακέτο, θα κρατήσω εμένα για τον εαυτό μου. Εδώ, το ...κουκλόσπιτο κάνει τις θηλυκές ορμόνες να εκρήγνυνται. Το φάντασμα της φωτεινής Νόρας πολύ αχνό.
Μικρά μαύρα φουστάνια να εναλλάσσονται με λευκά μακριά διάφανα, οι γυμνοί ώμοι να γυαλίζουν, η σάρκα λαμπερή εκτεθειμένη, τα τακούνια ψηλά , οι κινήσεις επαγγελματικές, η παράσταση της σαγήνης...
Το βλέμμα μου φεύγει από τη σκηνή και ακολουθεί τη θάλασσα.
Και εκει μεσα στην θάλασσα, η Άννα να βυθίζεται στα χερια του Βρόνσκυ, η Μπλάνς να χλευάζεται από τον σκληρό-κάποιοι τον είπαν και προσγειωμένο- Στάνλευ, η Έμμα να προκαλεί τον Ροδόλφο, η Έντα να βάζει λαμπερή φωτιά στο σκοτεινό χειρόγραφο του Λέβμποργκ, η υπέροχη Ναστάζια Φιλίποβνα να παραδίνεται στον παθιασμένο Ράγκοζιν. «Ποιος σκότωσε την Ναστάζια Φιλιποβνα» φωνάζει ο «αλλοπαρμένος» σύντροφος μου, Μίσκιν...
Στη σκηνή οι άνδρες να πίνουν για να περάσει η ώρα, απλά για να είναι εκεί. Εκεί αλλά απόντες. Ακόμα και...ανιαρός Σαρλ, ο αυστηρός, πονεμένος Καρένιν, ο τόσο λίγα υποσχόμενος Τέσμαν, ακόμα και αυτοί ...απόντες από τη σκηνή...
Οι δυο κόσμοι χωριστοί, να ανακατεύονται χωρίς να συναντιούνται.
Οι επιθυμίες βαριές στην ατμόσφαιρα, να μην μπορούν να συντονιστούν.
Η θηλυκότητα εξαντλείται στην παράσταση, λείπει η επιθυμία, ο πόθος. Υπολογιστικά βλέμματα, τα μάτια των γυναικών περιγράφουν με ακρίβεια ...χιλιοστού αυτό που ψάχνουν. Η γλώσσα του σώματος κάνει πολύ συγκεκριμένη, την διαπραγμάτευση. Οι προδιαγραφές του διαγωνισμού -ενός διαγωνισμού που θα καταλήξει... άγονος-, πολύ ασήμαντες, πολύ μικρά αλλά και πολύ σαφή ...τα ζητούμενα. Άλλωστε οι γυναίκες συγχωρούν πάντα όποιον εκμεταλλεύεται την ευκαιρία, ποτέ όμως κάποιον που την χάνει.
Οι άντρες να νιώθουν τον πόθο αλλά να αγχώνονται μπροστά στις προκαταβολικές απαιτήσεις... Πίσω από κάθε χορεύτρια κρύβεται ένας εισαγγελέας, ένας λογιστής, πολύ συχνά και ένας εφοριακός...
Οι γυναίκες είναι ίσες γιατί δεν είναι πια διαφορετικές, λέει ο Φρομ στην τέχνη της αγάπης. Σουτιέν που κάηκαν, για να επιστρέψουν σαν wonderbras, τάζοντας νύχτες ελεγχόμενου πάθους που θα έχουν όμως απαραίτητα... «αύριο», αξύριστες μασχάλες και γάμπες που μετατράπηκαν σε brazilian bikini, γυναικείες ιστορίες επιτυχίας και άλωσης κάθε ανδρικού οχυρού, η Μεγάλη Μητέρα, η Μεγάλη Γυναίκα, να κραδαίνει ψαλίδι για να απαλλάξει τους μαχητές από την επικράτεια του φαλλού, οι άνδρες να προσπαθούν φιλότιμα και πάση θυσία να ξεπεράσουν τα συμπλέγματα και τις ενοχές που τους προκαλεί η προπατορική προεξοχή του σώματός τους.
Υπόσχεση... Η μόνη γυναικεία υπόσχεση, σχεδόν πάντα ψευτικη, προδομένη, η Αλκηστη... Η Άλκηστη να πεθαίνει από φυσικά αίτια. Η Άλκηστη να πεθαίνει από αγάπη... «Μακάρι να είχαν όλοι οι γάμοι τέτοια τύχη» να φωνάζει δυνατά, με την δύναμη που προσφέρει η ανακούφιση, ο πατέρας του Άδμητου. Μπορεί πια η ...Άλλη να σώσει τον γιο του. Ο Χάρος βολικός, δεν έχει αντίρρηση, μάλιστα επιχειρηματολογεί… «Όταν πεθαίνουν οι νέοι, κερδίζω πιο πολλά».
Το κορμί της να παίζει με τις σκιές της γρίλιας, ένα σκοτάδι που θυμίζει μήτρα αλλά και θάνατο. Την ανδρειοσύνη μην την κλαις... κάποιος Ηρακλής θα της προσφέρει και αυτής το happy end… Αλλά το happy end είναι μόνο για τους θεατές. Αυτή πια θα φοράει μόνο πέπλο, κανείς, και πολύ περισσότερο ...ο διασωθείς, δεν θα μάθει αν κρύβει πίσω από αυτό, το πρόσωπο της Μέδουσας ή του ξωτικού. Όλοι θα βλέπουν αυτό που θέλουν να δουν.
Οι λέξεις χαμένες μέσα στο θόρυβο της μουσικής, αλλά το έργο με πρωταγωνίστρια την διπλανή μου, τόσο χιλιοπαιγμένο. Και οι ατάκες…γνωστές, τόσο προβλέψιμες. «Μου είχες υποσχεθεί ότι θα είναι όλα τέλεια». Αυτός με κατεβασμένο κεφάλι, ακούει σιωπηλός. Κάθε άντρας είναι ένοχος για την απογοήτευση μιας γυναίκας.
Πάει να φύγει, το βλέμμα του συναντάει τα μάτια της, διάφανα από τα δάκρυα που λάμπουν. Ή ...που ίσως θα μπορούσαν να λάμπουν...
Είναι τόσο όμορφες οι γυναίκες μετά τον θυμό, είναι τόσο διεγερτική η αίσθηση του τέλους. Ευάλωτα πρόσωπα, το δάκρυ να παρασύρει την μάσκαρα και να χαράζει μια μαύρη γραμμή μέχρι τα χείλη.
Γυναίκα κουρσάρος. Κανείς άντρας δεν μπορεί ν’ αντισταθεί σε μια δακρυσμένη γυναίκα. Είναι εργοστασιακό το ελάττωμα.
Κοντοστέκεται να της απαντήσει, τον φαντάζομαι να της λέει το μεγαλύτερο ψέμα «θα είναι όλα τέλεια».
Ξαναγυρίζω στην θάλασσα... Η Έμμα μου κλείνει το μάτι, χαμογελάει. Η Ζαν κρατάει το περίστροφο του πατέρα της. Όλα θυσιάζονται στον βωμό της Μεγάλης Χίμαιρας, της Μεγάλης Μέγαιρας που συνήθως την φωνάζουν χαϊδευτικά ...Ασφάλεια
Ο Ιούλιος να παλεύει να κρατήσει μεγάλες τις μέρες και μικρές τις σκιές. Ένας ήλιος που καίει κορμιά και εξατμίζει κραυγές. Κραυγές που δεν εξατμίζονται σε ψίθυρους, ούτε καν σε σιωπές. Εξατμίζονται σε κονσερβαρισμένα γέλια και δυνατή μουσική.
Λίγο το ξόδεμα… μικρό το κόστος… μεγάλη η επενδυση, ασημαντη και ασφαλής. Το ασήμαντο, που ζητάει απεγνωσμένα να το βαφτισεις σημαντικό. Ονόματα, στοιχεία, ιστορίες... Να ξέρεις καλά, με λεπτομέρειες, όλα τα ασήμαντα, όλα αυτά που ξέρουν όλοι. Τα πάντα... τίποτα.
Υπέροχος ο σκηνογράφος, ενδιαφέροντα τα κοστούμια, μέτριος ο σκηνοθέτης. Ο συγγραφέας …φίρμα της σειράς, ίσως από αυτούς που υπογράφουν τα low budget τηλεοπτικά σήριαλ.
Η συλλογική μας «ευαισθησία», η ισότητα που χάνει κατά κράτος, στο παιχνίδι με την ομοιότητα...
Η πολιτική ορθότητα, να έχει ευνουχίσει πια τον Τολστόι, από τα «φυλετικά» του χαρακτηριστικά, και έτσι … η Άννα Καρένινα, να έχει γίνει η κολλητή της Κάρεν Μπράντσω.
Καλό καλοκαίρι... ή ακομα καλύτερα όμορφο καλοκαιρι
Το τέλος της μέρας. Η ώρα που λυνεται ή σπάει ο κάβος για να βγεις στην ανοιχτή θάλασσα του ύπνου. Η ώρα, ακριβώς πριν αφήσεις το λιμάνι του συνειδητού, για να περάσεις στον πέλαγος του ασυνείδητου. Εκεί που ορίζεις, μπορείς ακόμα να ελέγξεις τους μυς αλλά όχι το μυαλό σου, μπορείς να απολαύσεις τις αισθήσεις, να τις βυζαξεις, να τις ρουφηξεις, να τις ξεζουμισεις κανοντας τες μαγικές παραισθησεις. Εκει που μπορείς πια να εγχύσεις στο κορμί σου, τις εικόνες σου, τις μνήμες σου, το απόλυτο, το πραγματικό, το αυθεντικό σου «εγώ», χωρίς συμβάσεις, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς κανόνες. Εκεί που όλα , έχουν πάρει το δικό τους δρόμο... πάνω στο δικό σου το πλεούμενο
Εκεί που η ελευθερία, παίρνει το πραγματικό της νόημα, αποκτά την ουσιαστική της διάσταση. Εκεί που ελευθερία γίνεται αυτοσκοπός. Στην γέφυρα το ΘΕΛΩ, και το ΜΠΟΡΩ να έχει ξεμείνει ανήμπορο στην τσιμεντένια προβλήτα.
Πόση ώρα κρατάει, το να βγεις από το ...λιμάνι και να αφεθείς σε αυτό που πια δεν ορίζεις; Αυτή η ώρα, του άναρχου ανακατέματος του συνειδητού και του υποσυνείδητου, αυτός ο χρόνος, που οι σκόρπιες εικόνες, που ακούραστο μυρμήγκι αποθήκευες, τακτοποιούσες, διπλοκλείδωνες ή και πετούσες, παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Εκεί που ο ...δημιουργός ελεύθερος, χωρίς την έγνοια να ικανοποιήσει τους θεατές και το ακροατήριο, φτιάχνει το έργο σου, την παράσταση σου, την αυθεντική σου ΖΩΗ.
Αυτή η ώρα, αυτός ο χρόνος, που το ΕΝΑ θέλω, νικάει κατά κράτος τα ΕΚΑΤΟΜΥΡΙΑ μπορώ.
Ο χρόνος που μεσολαβεί, από το δεμένο στο ντόκο, σκαρί σου, αυτό τον μεγάλο, σκληρό, ανθεκτικό ντόκο του «μπορώ», του «έχω», του «θα έχω», του «κάνω», του θα «κάνω», και πριν περάσεις στο ανοιχτό πέλαγος της ανυπαρξίας του υποσυνείδητου. Εκεί που η ζωή, δίνει την μάχη της με τον θάνατο. Εκεί που η ζωή βυθίζεται στην αγκαλια, του θανάτου. Το πέρασμα. Ο μαγικός χρόνος.
Εκεί που ...σε βρίσκεις, σε αγαπάς, σε ονειρεύεσαι. Εκεί που αφήνεις την πέτρα σου να κατρακυλήσει, και ακουμπάς, αγγίζεις, κρατάς τα ελευθερα σου χέρια, το ένα με το άλλο. Εκεί που είναι ίσως όχι η πραγματική αλλά η απόλυτα αυθεντική σου ζωή. Εκεί που είναι η ελευθέρια. Ακριβώς εκεί. Βγαίνοντας από το λιμάνι.
Όλη μου την ζωή, ταγμένη να μαζεύω υλικό, στιγμές, χρώματα, ανθρώπους και αρώματα, για να χορτάσω τα αδηφάγα χέρια του δημιουργού μου. Του δημιουργού της μπαλάντας των αισθήσεων και των παραισθήσεων μου. Αυτού που κάθε βράδυ, λύνει ή σπάει τους κάβους, και με βγάζει μαγικά, από το λιμάνι στο πέλαγος.
Η απόλυτη ελευθερία μου. Εγώ. Βγαίνοντας από το λιμάνι...