
Παλιός μου ...φίλος ο Μπερανζέ. Γνωριστήκαμε εκεί γύρω στα 15 μου, σε εκείνη τη θεία ηλικία που επείγεσαι να ....μοιάσεις, ή να ...αρνηθείς. Εκεί που ζητάς να ....ενταχθείς ή να ...διαφοροποιηθείς. Κι αν είσαι τόσο μα τόσο τυχερός και συνάμα τόσο μα τόσο Άτυχος, να ...αφομοιωθείς.
Έτσι όπως αυτό το ... «συνάμα», προσδιορίζει την ευκολία της χαράς που γίνεται το ακριβώς αντίθετο της δυσκολίας της ευτυχίας. Έτσι όπως η μοναχικότητα είναι το ακριβώς αντώνυμο της μοναξιάς. Έτσι όπως σου λένε ...κοίτα το πυροτέχνημα στον ουρανό και εσύ γυρνάς το βλέμμα να αναζητήσεις της φωτεινή πολύχρωμη τροχιά του όταν αυτή πια έχει χαθεί. Πόσα πυροτεχνήματα ψάξαμε εμείς οι δυο Μπερανζέ...μετά το τέλος της γιορτής... Θυμάσαι;
*ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Όπου και να γυρίσεις να κοιτάξεις ξεπηδάνε μπροστά σου σαν Φάντης μπαστούνι! Τώρα πήρανε με το μέρος τους και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης! Κανένας! Βλέπεις, δεν απόμεινε ούτε ένας... ούτε ένας! (Νέα μουγγανητά, ποδοβολητά, τρεχαλητά και σύννεφα σκόνης)Δεν αντέχω να τους ακούω. Θα βουλώσω τ' αφτιά μου με μπαμπάκι. (Βάζει μπαμπάκι στ' αφτιά του και μιλάει στον εαυτό του στον καθρέφτη) Δεν υπάρχει άλλη δυνατή λύση, θα πρέπει να τους πείσω.
Να τους πείσω, για ποιο πράγμα; Κι ύστερα, μπορούν άραγε να ξαναμεταμορφωθούν, να ξαναγίνουν άνθρωποι; Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο;
Αυτό θα ήταν ηράκλειος άθλος, ξεπερνάει κατά πολύ τις δικές μου δυνάμεις. Και πριν απ' όλα, για να τους πείσω, θα πρέπει να τους μιλήσω. Και για να τους μιλήσω, θα πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως, θα 'πρεπε να μάθουν αυτοί τη δική μου γλώσσα; Αλλά, ποια γλώσσα μιλάω εγώ; Ποια είναι η γλώσσα μου; Η γλώσσα των μαύρων, των κιτρίνων, των λευκών; Μιλάω μια από τις γλώσσες των λευκών; Έτσι φαίνεται, αυτή τη γλώσσα μιλάω. Αλλά, τι
θα πει μια από τις γλώσσες των λευκών; Μπορώ, μια χαρά, να πω ότι μιλάω μια γλώσσα λευκών, αφού δεν υπάρχει κανένας να με αντικρούσει! Απόμεινα ο μόνος που μιλάει αυτή τη γλώσσα. Αλλά, τι κάθομαι και λέω, τώρα.
Καταλαβαίνω αυτά που λέω, καταλαβαίνω τον εαυτό μου; (Προχωρεί προς το κέντρο του δωματίου) Κι αν, όπως μου είπε η Νταίζη, αυτοί έχουνε δίκιο; (Ξαναγυρίζει στον καθρέφτη) Κι όμως, ο άνθρωπος δεν είναι κάτι άσχημο, δεν είναι κάτι αποκρουστικό! (Κοιτάζεται ψηλαφίζοντας το πρόσωπό του) Είναι πολύ αστείο! Αναρωτιέμαι, με τι πλάσμα να μοιάζω... με ποιον; (Τρέχει σ' ένα ντουλάπι, βγάζει από μέσα φωτογραφίες που τις κοιτάζει) Φωτογραφίες, μάλιστα φωτογραφίες! Άραγε ποιοι να είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ο κύριος Παπιγιόν ή τάχατες η Νταίζη; Μάλλον η Νταίζη. Κι αυτός εδώ είναι ο Βοδάρ, ο Ντιντάρ ή ο Ζαν; Αλλά μπορεί να είμαι κι εγώ. (ανατρέχει στο ντουλάπι από όπου βγάζει δύο τρεις πίνακες)Ναι, τώρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου, είμαι εγώ, αυτός είμαι εγώ. (Κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους, δίπλα στα κεφάλια των ρινόκερων) Αυτός είμαι εγώ, εγώ, εγώ! (Μόλις κρεμάσει τους πίνακες, ξεχωρίζουμε ότι απεικονίζουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα κι έναν άλλο άντρα. Τα πορτρέτα είναι τόσο άσχημα, που έρχονται σε αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που τώρα έχουν γίνει πάρα πολύ όμορφα. Ο Μπερανζέ κάνει λίγο πίσω για να τα δει καλύτερα). Δεν είμαι όμορφος.
Πάντα το 'ξερα, δεν είμαι, δα, και κανένας κούκλος (Ξεκρεμάει τους πίνακες, τους πετάει με λύσσα στο πάτωμα και ξαναγυρίζει στον καθρέφτη) Αυτοί είναι πιο όμορφοι από μένα. Οι ρινόκεροι είναι πιο όμορφοι! Είχα άδικο λοιπόν! Ω, πόσο θα 'θελα να ήμουν σαν κι αυτούς! Κοίτα χάλια! Κέρατα, ούτε για δείγμα! Τι άσχημο που είναι ένα γυμνό αστόλιστο μέτωπο! Χωρίς κέρατα. Ένα δύο κερατάκια θα μου πήγαιναν πάρα πολύ! Θα τόνιζαν τα χαρακτηριστικά μου, που έχουν μια τάση να ...κρεμάνε προς τα κάτω. Αλλά, ποιος ξέρει, δεν αποκλείεται μια μέρα να μου φυτρώσουνε κέρατα. Τότε θα σταματήσω να ντρέπομαι. Θα μπορέσω να πάω κοντά τους με στολισμένο μέτωπο. Έλα όμως που δεν λένε να φυτρώσουν (κοιτάζει τις παλάμες του) Για κοίτα χέρια... σαν ζυμάρι! Άραγε, θα 'χω τηντύχη να βγάλουνε αργότερα ρόζους, έστω λέπια, το ίδιο κάνει! (Βγάζει το σακάκι του, ξεχουμπώνει το πουκάμισο και κοιτάζει το στήθος του στον καθρέφτη)Αηδία... σκέτη αηδία, έχω τόσο πλαδαρό δέρμα, άσε, αυτή την αποκρουστική ασπρίλα με τις αραιές τριχούλες. Δεν ήταν να είχα κι εγώ ένα δέρμα σκληρό σαν πετσί, μ' αυτό το υπέροχο βαθύ κιτρινοπράσινο χρώμα! Να είχα την αμόλυντη κι άσπιλη γυμνότητά τους και όχι αυτές τις απαίσιες τρίχες! (Ακούει τους βρυχηθμούς) Πάντως, τα τραγούδια τους σε γοητεύουν...βέβαια είναι λίγο πρωτόγονα, αλλά δεν πειράζει, είναι τόσο σαγηνευτικά! Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να τραγουδήσω σαν κι αυτούς. (Προσπαθεί να τους μιμηθεί) Α... α.... α... α... Μουουουου... Όχι, όχι! Είμαι τόσο φάλτσος! Τραγουδάω τόσο υποτονικά. Μου λείπει το ταμπεραμέντο, η ζωντάνια τους! Δεν καταφέρνω να μουγγανίσω σαν κι αυτούς, τσιρίζω! Α... α... α.... μουου! Τσιρίζω σαν μυξιάρικο... Άλλο να τσιρίζεις κι άλλο να μουγγανίζέις... Το μουγγανητό έχει άλλη χάρη! Ω! Τώρα ξανάρχισε να με τυραννάει η συνείδησή μου. Τι βάρος! Έπρεπε να τους ακολουθήσω την κατάλληλη στιγμή. Αλλά, πόύ μυαλό! Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα. Αλίμονο... είμαι ένα τέρας. Τι λέω, τερατούργημα! Αλίμονο, ποτέ μου δεν θα καταφέρω να γίνω ρινόκερος... ποτέ! ΙΙοτέ! Θα το 'θελα τόσο... Θά το 'θελα ψυχή τε και σώματι, αλλά δεν μπορώ πια ν' αλλάξω, δεν γίνεται. Τι ντροπή! Δεν μπορώ, πια, ούτε στον καθρέφτη να κοιταχτώ. (Γυρίζει την πλάτη του στον καθρέφτη) Τόση ασχήμια δεν υποφέρεται. Αλίμονο σε κείνον που θέλει με το στανιό να διατηρήσει την ιδιομορφία του. (Τινάζεται απότομα) Ε, λοιπόν, τόσο το χειρότερο! Θα πολεμήσω ενάντια σ' όλο τον κόσμο. Η καραμπίνα μου, πού είναι η καραμπίνα μου; (Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, που φαίνονται πάντα τα κεφάλια των ρινόκερων και ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη) Ενάντια σ' όλον τον κόσμο! Θα υπερασπίσω τον εαυτό μου ενάντια σ' όλο τον κόσμο... δεν θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος... και μέχρι να 'ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι, δεν θα συνθηκολογήσω!... ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ!
Πάμε να κοιμηθούμε Μπερανζέ. Κατέβασε λίγο το όπλο Μπερανζέ... Μην με αγκαλιάζεις με την καραμπίνα. Απόψε θα κρυφτούμε κάτω από τα σκεπάσματα και θα ψιθυρίζουμε ψέματα στα αυτιά μας. Θα λέμε ότι τα βαριά συρτά βήματα που ακούμε είναι μια παλιά χορογραφία που δοκιμάζουν εκείνες οι σπασμένες πορσελάνινες μπαλαρίνες που τόσο αγαπούσαμε...
Να με χαϊδεύεις όλη νύχτα Μπερανζέ. Να προσέχεις μήπως αρχινίσει να γίνεται κιτρινοπράσινο γυαλιστερό το δέρμα μου. Κι τότε μην με ξυπνήσεις. Μόνο πυροβόλησε με.
*Ρινόκερος/ Ιονέσκο