Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Αιεν Αριστευειν

Αργό το φανάρι της οδού Λαρίσης που βγάζει στην Κηφισίας. Στα δεξιά μου, μεγάλο εμπορικό κατάστημα που οι βιτρίνες του δεν είναι φωτισμένες με Χριστουγεννιάτικα στολίδια, αλλά ντυμένες με τεράστιες κόκκινες ταμπέλες που γράφουν, «Κλείνουμε λόγω ΚΡΙΣΗΣ και Χαρίζουμε...».
Στο ραδιόφωνο «εθνικά υπερήφανοι», εκφράζουμε την συγκρατημένη δυσαρέσκεια μας για την ευρωπαϊκή «επιτήρηση».


Κουστουμαρισμένοι -αχ, πως του έλεγε εκείνος ο αλήστου μνήμης Παυλόπουλος; Α... «χαμηλόβαθμοι κοινοτικοί υπάλληλοι»-, πίνουν καφέδες σε πορσελάνινα φλιτζάνια, τρώνε κουλουράκια σε υπουργικά γραφεία, γευματίζουν στον restaurant Διόνυσος...να βλέπουν βρε παιδί μου και την Ακρόπολη φάτσα κάρτα την ώρα που μας ...νουθετούν. Την ώρα που κουνούν καρτερικά το κεφάλι τους ξανακούγοντας τις αιώνιες δικαιολογίες των κακομαθημένων συγγενών τους, ενώ ταυτοχρόνως... προειδοποιούν...
Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η κυρα Μαρίτσα «προειδοποιεί» τον άσωτο γιο της ότι θα του κόψει το χαρτζιλίκι γιατί εν μέσω εξεταστικής(της ...νιοστής εξεταστικής του), γυρίζει στις 8 το πρωί από ένα έξαλλο clubbing και της λέει έξαλλος, τι θες ρε μάννα και μου τα κάνεις τσουρέκια; Πτυχίο δεν θες γαμώ την τύχη μου γαμώ; Ωραία εγώ πτυχίο θα το πάρω....


Ποταμοί μελανιού έχουν χυθεί και ...χαθεί, για την «τραγική» κατάσταση μας. Μα ο τρόμος πουλάει... Και στην Ελλάδα, πουλάει ακόμα περισσότερο, γιατί την ιστορία την μάθαμε στο ευνουχιστικό και ελληνορθόδοξο σχολείο. Αν την είχαμε διδαχθεί, ως οφείλαμε, σήμερα θα χαμογελάγαμε όπως χαμογελάς όταν ξαναπέφτεις στην ίδια δυσάρεστη ή ευχάριστη περιπέτεια, που έχεις «ζήσει», τόσες πολλές φορές. Στην περιπέτεια που ξέρεις την κατάληξη της. Όχι απαραίτητα με happy end, αλλά με ..τέλος γνωστό και αναμενόμενο.

Καλά μην μου πείτε ...ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Μα εμείς πάντα πρωταγωνιστές φαρσοκωμωδίας είμασταν, άσχετα, αν σαν μουσική υπόκρουση βάζαμε πάντα ηρωικά εμβατήρια και ταρατατζουμ.

Το ...1849, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ήταν και πάλι στο χείλος του γκρεμού.
Και πάλι έψαχνε ...δανειστές, στις τότε αγορές του τότε ...κόσμου. Ουδεμία πρωτοτυπία μέχρις εδώ...

Βρέθηκε ο Γαλλοεβραίος Ροτσιλντ, που θα ερχόταν μεγαλοβδομαδιατικα να δει τα χάλια μας, να δει και τι θα εξαργύρωνε ...με τα χάλια μας, να διαπραγματευτεί και να μας ...δανείσει.

Η ελληνική Κυβέρνηση, με το ιστορικά διαχρονικό «δαιμόνιο» που διαθέτει, αποφάσισε να απαγορεύσει το κάψιμο του Ιούδα, για να μην «ενοχληθεί» η εβραϊκή ρίζα του Ροτσιλντ. Μπας και βάλει το χέρι στην τσέπη, μπας και αποφύγουμε και τότε την πτώχευση... ΔΝΤ, τότε δεν υπήρχε...
Το κάψιμο του Ιούδα ή κάψιμο του Οβριού, λαοφιλέστατο τότε ελληνικό έθιμο, ήταν το κάψιμο σε κάθε πλατεία, κάθε γειτονιάς ενός αχυρένιου ομοιώματος Εβραίου, που από τα μάτια του σκάγανε κάτι σαν καψούλια. Μεγαλοπαρασκευιατικο το έθιμο, μετά την περιφορά του Επιτάφιου, η ...εκδίκηση των πιστών για την προδοσία... του Χριστού.


Αλλά βρε, του Έλληνος ο τράχηλος...ζυγόν και απαγόρευση δεν υπομένει, και οι τσαμπουκάδες δευτερη γλώσσα του, εγγεγραμενοι στο DNA του. Όχι αυτό το DNA, το αρχαιοπρεπές και ηρωικό που πουλάμε και σιγά σιγά το πιστέψαμε και εμείς(α, ρε Θαλεια Δραγώνα, τόλμησες και εσύ να πεις αλήθειες...) αλλά σε αυτό το κλασικά ελληναράδικο.

Στου Ψυρρή λοιπόν, στην Πλατεία ...Ηρώων (οι ήρωες και οι μαλακίες στον τόπο τούτο... είναι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν μας) παράκουσε η οργισμένη νεολαία της εποχής την ...θεόπνευστη διαταγή της ελληνικής Κυβέρνησης, και αφού έκαψαν πανηγυρικά τον Ιούδα, μπήκαν και στο σπίτι του ΑγγλοΠορτογάλοΕβραιου Don Pacifico και τα έκαναν λαμπογυαλο.


Ποιος ήταν ο Don Pacifico; Ένας μάγκας Δον, ...γκόμενος λένε τα κουτσομπολιστικα μεσημεριαναδικα της εποχής, της Δούκισσας της Πλακεντίας, τοκογλύφος θα έλεγε ο Αυτιάς της εποχής, πρόξενος της Πορτογαλίας που όμως είχε απαλλαγεί των καθηκόντων του λόγω καταχρήσεων, θα ανέφερε ο Τσίμας της εποχής, και ο Πρετεντερης θα συμπλήρωνε ότι ο Δον είχε και την Αγγλική υπηκοότητα (αντίστοιχη της ...Αμερικάνικης σήμερα, μιας που η Αγγλία ήταν η Αμερική της εποχής).
Ο Don Patcifico, κινητοποιεί τα εγγλέζικα κονέ του, και το πρωί κιόλας της επομένης μέρας ο sir Έντμοντ Λάιονς, Αγγλός Πρέσβης στην Ελλαδα, κάνει διάβημα στο ελληνικό υπουργείο εξωτερικών, ζητώντας την άμεση καταβολή των 886.737 δραχμών για την αποζημίωση του ...Βρετανού υπηκόου.
Η Κυβέρνηση Κριεζή παθαίνει εγκεφαλικό (αν δεν μπορείτε να φτιάξετε την εικόνα στο μυαλό σας, σκεφτείτε τον κ. Παπακωσταντίνου, εκεί κάτω από τις νεραντζιές του Μαξίμου, που λες το βλέπω του ερχεται το εγκεφαλικό, κριμα, νέος άνθρωπος...αλλά να φοράει φράκο και δαντελωτό πουκάμισο), μιας που ο προϋπολογισμός της αιώνια ηρωικής Ελλάδας, τότε ήταν 4.000.000 δραχμές.

Η Κυβέρνηση Κριεζή.... δεσμεύεται (άλλη λέξη διαχρονικά γελοία) ότι θα παραπέμψει το θέμα στην ... ελληνική δικαιοσύνη, (εδώ δεν θα κάνω σχόλια, είμαι και δημοκρατική πολίτης που οφείλει να σεβαστεί τους πυλώνες της δημοκρατίας).

Έλα όμως που ο Πάλμερστον , ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, είχε την ίδια εντύπωση με τους νεοέλληνες για την ελληνική δικαιοσύνη. Απαιτεί με δικό του πια διάβημα , την άμεση καταβολή της αποζημίωσης των 886.737 δραχμών, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη ο Βρετανός υπήκοος από τους έλληνες χουλιγκανους, κουκουλοφόρους, γνωστούς άγνωστους, κλπ.

Η Ελληνική Κυβέρνηση και ο Βασιλεύς Όθων ...δεν υποκύπτουν στον εκβιασμό (αχ, Παναγία μου, όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν σε αυτόν τον τόπο) και ο Πάλμερστον προχωρεί στον ναυτικό αποκλεισμό Ελληνικού Βασιλείου...
Ο Αγγλικός στόλος καταφτάνει, αποκλείει όλα τα λιμάνια, κατάσχει τα καλύτερα ελληνικά πλοία, το Όθων, το Ανδρούτσος, , το Κανάρης, το Τομπάζης, το Σαχτούρης, το Μιαούλης, αλλά δεν κατάσχει ...όσα φέρουν τιμητικά ονόματα Άγγλων (Κοχραν, Αστιγξ). Ο αποκλεισμός κρατάει ένα εξάμηνο...
Το εμπόριο σταματάει (τιμημένοι λιμενεργάτες, ιδου οι προγονοί σας...), έλλειψη τροφίμων και φάρμακων, πείνα και αρρωστιες απλωνονται στην χωρα.
Η ελληνική Κυβέρνηση καταθέτει το ποσό των 250.000 δραχμών σαν εγγύηση ...καλής θέλησης(!!!) στο όνομα του Βρετανού πρέσβη, και η Γαλλία και η Ρωσία, που καταλαβαίνουν μετά απο ένα εξάμηνο, ότι διακυβεύονται τα ζωτικά τους δικαιώματα πάνω στον περίεργο τούτο τόπο, που έχει μεγάλες προοπτικές για αυτούς, παρεμβαίνουν σαν εγγυήτριες δυνάμεις και αίρεται ο ναυτικός αποκλεισμός του λιμανιού του Πειραιά. Ο ηρωικός ελληνικός λαός, έχει νικήσει...θα διαβάσετε σε σχολικά ιστορικά εγχειρίδια.
Αφού οι (τότε) διεθνείς ισορροπίες ...αποκαθίστανται (ερήμην μας μάλλον), αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις τα βρήκαν στις επιρροές και στις αρμοδιότητες, αφού μπήκαν και οι Πορτογάλοι στο παιχνίδι (όχι χωρίς ανταλλάγματα!!!) και αποφάσισαν να αποκαλύψουν τις λαμογιές του Don Patcifico (τρέμε Siemens) και να αποκαταστήσουν το ηθικό κομμάτι της ...ιστορίας ομολογώντας τους λόγους για τους όποιους τον είχαν αποπέμψει από την θέση του Προξένου τους στην Ελλάδα , τελικά ο Δον πήρε 3.750 δραχμές ...και παρηγορήθηκε στην αγκαλιά της Δούκισσας της Πλακεντίας, όπως θα έλεγε και η Τατιανα Στεφανίδου της εποχής...

Ιστορία, φάρσα, η Ελλάδα μας ρε συχωριανοί... Αυτή που ξέρουμε και εμείς... αλλά και οι κουστουμαρισμένοι ανάλγητοι «χαμηλόβαθμοι κοινοτικοί υπάλληλοι»- γεια σου βρε Παυλοπουλε με τα ωραία σου!!!- δανειστές μας.

Και επειδή στην Ελλάδα, τα πράγματα έχουν χιλιάδες ...αναγνωσεις, ας δώσουμε και την εκδοχή της ...άλλης αλήθειας.


Ο Μαρξ δημοσιογραφώντας εκείνη την εποχή επιτίθεται στον Παλμεστρον και τον καταγγέλλει σαν προδότη της πατρίδας του και πληρωμένο πράκτορα της Ρωσίας.

Ο Μαρξ καταγγέλλει ότι ο «ναυτικός αποκλεισμός» της Ελλάδας είναι μια καλοστημένη πλεκτάνη του Παλμερστον προς όφελος της Ρωσίας. Ενισχύει τα αντιαγγλικά συναισθήματα του ελληνικού λαού (μετέπειτα αυτό μετετράπη αντίστοιχα στο Yankees go home) και τονώνει τα φιλορωσικά.
Κάποιοι άλλοι λένε ότι η ενάρετη Αγγλία, αντιδρά σπασμωδικά με ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας σαν αντίδραση στην αιματηρή κατάπνιξη της ουγγρικής επανάστασης απο το ρωσικό στρατό (των δουλοπαροικων ντε που περιεγραφε και ο Λένιν), λίγο καιρό πριν.

Ας διαλέξουμε όποια εκδοχή βολεύει τον καθένα μας. Και τι σημασία έχει... Το τέλος της θεατρικής πράξης...γνωστό.

Μουσική υποκρουση για να διαβαστεί αυτο ποστ...






Πάρτε και αυτό, και όρθιοι σας βλέπω...





Α, και το πιο ελληνικό απο όλα. Η Ελλαδα που δεν αλλάζει ποτε, η Ελλαδα που δεν πεθαινει ποτέ, μεσα απο τα μάτια της αλήστου μνημης ΥΕΝΕΔ, η μαμα της ΕΡΤ...

Η Ελλαδάρα ΜΟΥ, η τρελή, η αδεσποτη, η μουργέλα, η γαιδουρα, η αρχαιολάγνα, η πονήρω, η πουτάνα, η γκομενάρα, το σπιτι μου, οι παντοφλες μου, η αγκαλιά μου...

Λιωνω για πάρτη σου Ελλαδάρα μου, όχι απο εθνική υπερηφάνεια. Αυτό δεν ξέρω τι θα πει. Εθνικά περηφανη δεν υπήρξα ποτέ. Ερωτευμένη μαζί σου, υπήρξα πάντα. Λιώνω γιατί είσαι η μάννα μου, η αδελφή μου, εγώ,... Τον ερωτα μου για την αγκαλιά σου, παλευω να ξορκίσω... Επί ματαίω...



Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Φόρεσε τις γόβες σου Κατερίνα...

Λατρεύω τα παλιά αντικείμενα.
Όχι απαραίτητα αυτά που έχουν μεγάλη συλλεκτική αξία και κατ’ επέκταση πολύ μεγάλη τιμή, τα σπάνια, τα απόλυτα καλοδιατηρημένα, ή αυτά που έχουν πίσω τους επώνυμες ιδιοκτησίες.
Αγαπάω τα παλιά πράγματα, που μέσα τους κουβαλάνε την ψυχή, την προσωπική ιστορία, την χαρά, τον πόνο, το πάθος, την λαχτάρα, την αγάπη, την συναισθηματική αξία που είχαν για τους προκατόχους τους.
Το μεγάλο μου χάζι, οι αγαπημένοι μου πωλητές είναι οι παλαιοπώλες. Αλλά οι παλαιοπώλες...όχι οι έμποροι «αντικέρ». Οι αυθεντικοί, αυτοί που θα σου πουλήσουν το "παραμύθι" μαζί με το αντικείμενο.

Αυτές τις μέρες, ψάχνοντας για ένα συγκεκριμένο δώρο, άρχισα πάλι το ξεψαχνισμα στα αγαπημένα μου μαγαζιά. Μεσα στην γυρα μου, ειτε αναμεσα σε καλοδιατηρημένα και «σπάνια», ή σε αυτά που δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να αγοράσω, πήγα και στην Κουρδισα μου. Το μαγαζί στο σπίτι της. Οδός Ευτυχίας. Ταμειακή δεν έχει, και παζάρια δεν κάνει. Οι μυθοι και τα παραμυθια δεν διαπραγματεύονται. Δεν έχουν καν τιμή, μόνο αξία.

Ήπιαμε το απαραίτητο τσάι, κουβεντιάσαμε ώρα πολύ και για πολλά, της εξιστόρησα τι θελω, για ποιο λόγο το θέλω, για ποιον το θέλω. Μου πρότεινε, τα ερωτεύτηκα ...όλα, αγόρασα το δώρο μου, της είπα να μου κρατήσει για λίγο καιρό κάποια από αυτά που λάτρεψα και μετά μου είπε... «περίμενε».
Σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα της, τελετουργικά από τα χρόνια και τα κιλά, και χάθηκε στα ενδότερα. Έμεινα να χαζεύω στο «μαγαζί- σαλόνι», αυτό το τόσο γεμάτο πορσελάνες, έπιπλα, λάμπες, ασημικά, βιβλία, κοσμήματα και τόσο ιδιαίτερα ρούχα.

Γύρισε κρατώντας ένα κουτί παπουτσιών στο χέρι, και με πέτυχε μπροστά στον τεράστιο και βαρυφορτωμένο καθρέφτη, να δοκιμάζω το μωβ βελούδινο πανωφόρι με τα ζωγραφισμένα στο χέρι, λουλούδια. Χαμογέλασε, κούνησε το κεφάλι της απορριπτικά και άνοιξε το δικό της κουτί. Και μέσα εκεί είχε ένα ζευγάρι γυναικεία, αφόρετα παπούτσια. Γόβες μαύρες, κοινές, παλαιομοδίτικες, όχι ...μεγάλου παρισινού οίκου, όχι πολύ ψηλό τακούνι, με γραμμένους και ζωγραφισμένους τους πάτους και την σόλα τους.

Τα παπούτσια... Τα παπούτσια που δεν φόρεσε ποτέ η Ζιγιάν. Η Κούρδισα Ζιγιάν, που σε μια Τούρκικη φυλακή πριν 25 χρόνια, της έκοψαν και τα δύο πόδια με πριόνι, μπροστά στα μάτια του συντρόφου της για να πιεστεί αυτός, να ...ομολογήσει.
Ο σύντροφος της, μέλος αργότερα του εξόριστου Κουρδικού Κοινοβουλίου, όταν κάποια στιγμή πέρασε από την Ελλάδα -τον τόπο ονείρου της Ζιγιάν-, όταν ...φιλοξενήθηκε παράνομα για 3 μέρες, πριν φύγει αγόρασε στην Ζιγιάν αυτό το ζευγάρι γόβες. Από την Ελλάδα. Από εκεί που η Ζιγιάν ονειρευόταν να έρθει. Κι ίσως ίσως να περπατησει φορώντας και τις μαύρες λουστρινένιες γόβες.

Κάποτε ήρθαν μαζί στην Ελλάδα. Η Ζιγιάν «φιλοξενηθηκε» στο Λαυριο και κουβαλούσε πάντα μαζί με τα ξύλινα φορετά πόδια της και αυτές τις αφόρετες ελληνικές γόβες. Η Ζιγιάν πέθανε χωρίς ποτέ να της φορέσει. Χθες …μου τις χάρισε η Κούρδισα εμπόρισσα μου. Σήμερα μου ανήκουν.

Αν η Ζιγιάν ζωνόταν την δυναμίτιδα και έπαιρνε στο λαιμό της αθώους, ενόχους, «αποστασιοποιημένους» ή «αδιάφορους», είμαι η τελευταία Valamonte* που θα την «καταδίκαζα». Μπορεί και να το έκανε. Δεν ξέρω και δε θα μάθω ποτέ.
Εγώ κρατάω μόνο τις ζωγραφιές της μέσα στον πάτο από τα αφόρετα παπούτσια, κρατάω τα ακατανοητα για μενα, σε γλώωσα άγνωστη, γραψίματα του συντρόφου της στις σόλες, κρατάω τον πόνο, τον έρωτα, τον ηρωισμό, την απελπισία, την θυσία και την οργή. Κρατάω την εικόνα του, να κοιτάζει την βιτρινα, πριν πάρει τις λουστρινένιες γόβες...
Κρατώ αυτά που θέλω και πρέπει να κρατήσω. Ψέματα ή αλήθεια. Κρατάω τις ζωγραφισμένες γόβες της Ζιγιάν... αφόρετες στα φορετά της ποδιά.

* Στην τελευταία ανάρτηση μου, έγραψα χθες με περισσή ...ελαφράδα, ένα σχόλιο- απάντηση στον Valamonte. «Καταδικάζω την τρομοκρατία, από όπου κι αν αυτή προέρχεται».
Και ...λίγο αργότερα, το ίδιο βράδυ, ανοίγοντας την ντουλάπα μου, το κουτί με τις αφόρετες γόβες της Ζιγιάν έτσι αποτομα, έτσι παραταιρα, ξεπροβαλε αναμεσα στα δικά μου παπουτσια, και... μου είπε: Ποια είσαι εσύ μωρέ που ...καταδικάζεις; Από ποιον άμβωνα καταδικάζεις; Από ποια ασφάλεια χωμένη, κρεμασμένη σε ποια κεκτημένα ... «καταδικάζεις»; Φόρεσε τις γόβες σου Κατερίνα... Καλά να περάσεις...
Και κατέβασα τα μάτια...
Valamonte, έκανα λάθος. Λάθος που έχω κάνει κι άλλες φορές... όταν αβίαστα, αβασάνιστα, ...αβαδιστα, «καταδικάζω». Το μόνο που δικαιούμαι να «καταδικάζω» είναι τις αιτίες (και μέσα σε αυτές είναι και η δική μας μακαριότητα, για ότι συμβαίνει έξω από την πόρτα του φιλήσυχου σπιτιού μας) που οδηγούν τους απελπισμένους να ζωστούν τα εκρηκτικά.Αυτούς που η ζωή τους πια, δεν έχει καμιά άλλη άξια πέρα από την τιμή της εκδίκησης.

Ναι ...πιθανότατα το χτύπημα δεν είναι ...αποτελεσματικό και εστιασμένο στους θύτες, στους άμεσους θύτες, αλλά στους απλοϊκούς σαν του λόγου μου, στους αδιάφορους, στους αποστασιοποιημένους, στους... από άμβωνος «καταδικάζοντες».
Ναι, μπούμερανγκ είναι η τρομοκρατία, μπούμερανγκ για τους ίδιους, της γης τους κολασμένους. Ναι, παίζονται πολλά πολιτικά, γεωπολιτικά και πολιτικάντικα παιχνίδια, και την χορδή του τόξου την κρατάνε άλλοι, που εξυπηρετούν άλλου είδους συμφέροντα και ισορροπίες. Αλλά αυτά τα ...πονεμένα και ταυτόχρονα δηλητηριασμένα βέλη, προσωπικά δεν δικαιούμαι να τα ...καταδικάσω.

Η σωστή λέξη είναι ...κατανοώ. Η σωστή λέξη είναι ειλικρινά λυπάμαι. Γιατί εγώ, είμαι στην αντίπερα όχθη, στους «έχοντες» κεκτημένα ...ακόμα ακόμα και ελπίδα για αυτήν την ζωή. Και οφείλω να κατανοήσω όσους η μόνη τους ελπίδα, είναι ...η άλλη ζωή. Όχι να τους δικαιολογήσω... αλλά να κατανοήσω. «Μακάρι οι Θεοί να ήταν μεσίτες», έλεγε μια Παλαιστίνια, παλιά φίλη των φοιτητικών μου χρόνων. Αλλά δεν είναι...


Στην ...Ζιγιάν, το πιο αγαπημένο μου τραγούδι.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

00's

Απολογισμούς δεν κάνω ποτέ. Άλλωστε έχω παραιτηθεί εδώ και χρόνια από το να συντάσσω και ...προϋπολογισμούς, μιας που με μεγάλη μου χαρά... δεν τους «εκτελώ» ποτέ.

Τα «λογιστικά» μου βιβλία, αυτά με τις λευκές άγραφες σελίδες, ούτε που ξέρω, που είναι καταχωνιασμένα, αραχνιασμένα, μιας που ξοδέματα και έσοδα, δεν εγγράφω ποτέ. "Θυμάμαι, δεν ξεχνώ ποτέ/ όσα δεν μου ζητούν/ να τους το αποδείξω"


Και πια να μπαίνουμε στην δεκαετία των ’10...

Και το μυαλό να το στοιχειώνουν φράσεις, και μια του Χωμενίδη, που χες διαβάσει πριν πολλά χρόνια, ναι ακριβώς ...δέκα χρόνια πριν, και ελόγου της να χορευει με τις φωτιές. «Αν ζω μετά από 10 χρόνια, σας ορκίζομαι πιο πολύ από χαρά, θα νιώσω έκπληξη»…
Και η καρδιά, τρελή κι αδέσποτη, αυτόνομη και μαχητική, Χαμάς, ΕΤΑ, IRA, χαζή πουτάνα χωρίς κομπόδεμα, σαν πόρνη που ξοδεύει το έχει της για τις στιγμές, να μετράει αποχωρισμούς και καλωσορίσματα.

Και εκεί ανάμεσα στην ίριδα και στο βλέφαρο να αποθηκεύονται εικόνες από ταξίδια. Ταξίδια του κορμιού, ταξίδια του μυαλού, ταξίδια της ψυχής.
Ανατολίτικα παζάρια να μπερδεύονται με δυτικές λεωφόρους, ναργιλέδες να χορεύουν τανγκό με σαμπάνιες, χιόνια να λιώνουν στην άμμο της ερήμου, νυχτερινές θάλασσες να καίγονται σε πολύβουες πλατείες, καταπράσινες κοιλάδες να χάνονται στο καυτό κυκλαδιτικο άσπρο και το κόκκινο λουλούδι, απρόσμενα να φυτρώνει στα βράχια, με λίπασμα του το πείσμα.

Με σένα που τόσα ταξίδια κάναμε, άλλα μαζί και άλλα τόσα χώρια, αλλά που σε κάθε λιμάνι ήσουν εκεί να με προϋπαντήσεις.
Σε εκείνη την ανταριασμένη θάλασσα που ο θυμός της, μας μούσκευε μέχρι το μεδούλι, στα θεόρατα κύματα που μας δείξαν τα όρια μας, εκει που εμεις τα καταπατήσαμε τα απαγορευτικά, εκει που το καταλάβαινεις και το μετράς σωστά το μεγεθος, εκει που τα κουμάντα τα έχει ...άλλος.

Αγκαλιές δικών να αναμετριούνται με βλέμματα ξένων, παλάμες ζεστές, δυνατές, να χαιρετούν το «να μαι και εγώ» και να αναμετριούνται με χέρια κρύα, άψυχα, προπεθαμένα. Μάγουλα που αναπαύονται το ένα πάνω στο άλλο. Χείλη που ξέρουν την χρησιμότητα και τον προορισμό τους. Μουσικές να συνοδεύουν συναισθήματα και να τα οδηγούν ...τσιφ στους ουρανούς κι όλα αυτά να κονταροχτυπιούνται με βαρβαρότητες, με καθωσπρεπισμους ...φουστα μπλουζα, με ανούσιες εκκεντρικότητες. Εθελοντές της καθημερινότητας, κόντρα στους εθελοντές των δήθεν «μεγάλων και ιερών».

Ποιήματα που μας σκίρτησαν, βιβλία που μας σάλιωσαν το δάχτυλο και την ψυχή, φώτα σε θέατρα που έσβησαν παραχωρώντας το φως στην σκηνή, συναυλίες που «την ακούσαμε», κουβέντες γεμάτες, με μαγευτικούς συνομιλητές, κουβέντες άδειες, με δήθεν, με δημόσια αυνανιζόμενους, περιφέροντας την ψευδαίσθηση τους ότι γαμάνε.
Σινιάλα των «συχωριανών», των αναγνωστών, στα mails, στην φράση «σε διαβάζω». Στην στάση στο τσαντίρι σου, στα χρόνια της σβελτάδας.

Μυρμήγκια που καμώθηκαν τα Λιοντάρια... Κι από την άλλη, Λιοντάρια που δεν φοβήθηκαν ότι θα φθαρεί η χαίτη τους αν τριφτεί στα χέρια σου.
Άνθρωποι γενναιόδωροι, που τα χέρια και οι ψυχές τους μοίρασαν απλόχερα, σκόρπισαν σπάταλα, και ...ω θαύμα των θαυμάτων, πάντα γεμάτοι ήταν. Άνθρωποι μίζεροι, γερολαδάδες που ξοδιάζουν την ζωή τους στο μέτρημα, που μάθαν μόνο την διαίρεση, που ο πολλαπλασιασμός θα τους γυρίζει πάντα την πλάτη.

Φίλοι που έρχονται ακάλεστοι, που ξεμένουν στον καναπέ σου, που η νύχτα γλυκόπιοτη συντροφεύει κουβέντες του αέρα. Να τα λες όλα, μη λέγοντας τίποτα.
Πρωινοί καφέδες με άρωμα φουντούκι, νυχτερινές αλκοολικές αναθυμιάσεις, τσιπούρα και ρακές σε ένα ήλιο που ...αλήθεια σου χαμογελάει ή ...δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει...
Φίλοι, σύντροφοι της ζωής, και των ταξιδιών σε ...πέρα μέρη, που άντεξαν να πάνε κόντρα στο ρεύμα των καιρών, αλλά ποτέ κόντρα στο ρεύμα της ψυχής και της συνείδησης τους.
Φίλοι και σύντροφοι ζωής που μιλάμε πια μόνο με τα μάτια.
Οι άνθρωποι ΜΟΥ. Με αυτό το καθησυχαστικό ΜΟΥ, το ΜΟΥ της ψυχής μου.

Τα μάτια των παιδιών που αναπαύονται στην σιγουριά, του ότι θα είσαι πάντα εδώ. Να τα αγκαλιάζεις, να τα φιλάς, να τα κανακεύεις, να τους δίνεις τα ελάχιστα και να σου δίνουν τα πάντα, σε εκείνο το βραδινό, χουχουλιάρικο φιλί, σε εκείνη την «καληνύχτα» που μυρίζει οδοντόπαστα και σαμπουάν φράουλα, σε εκείνο το νυσταγμένο το «σ’ αγαπάω», που σου χαρίζει απλόχερα τη συνέχεια της ζωής σου, την νίκη της φθοράς, την νίκη απέναντι στο ανύπαρκτο πλέον τέλος.

Σε όσα καταφέραμε αλλά και σε όσα αποτύχαμε. Αρκεί που το παλέψαμε. Μα τι είναι η επιτυχία; Επιτυχία είναι μόνο ο τρόπος να αντέχεις, να διαχειρίζεσαι την ήττα.
Άλλωστε στην ζωή δεν ήρθαμε να διαγωνιστούμε καρδιά μου.
Στην ζωή ήρθαμε να ζήσουμε.

Στο χρόνο! Στην μόνη μας περιουσία. Στις μνήμες μας που χωρέσαμε στις θυρίδες του μυαλού, του κορμιού και της ψυχής. Σ’ αυτές, που αφήσαμε ξεκλείδωτες, να σεργιανάνε αδέσποτες στο περιβόλι του ύπνου μας.
Στο χρόνο! Χωμάτινοι άνθρωποι... Όμορφη ζωή...

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Menu

Τρομάξατε βρε από τον τίτλο, νομίζατε ότι θα μαγειρέψω εγώ και θα σας καλέσω να φάτε τα ...έργα μου. Ξέρω βρε ότι με αγαπάτε, αλλά εντάξει δεν σας ζητάω πια και τόσααααα πολλά.

Φίλοι, Περαστικοί και Γκουγκλίζοντες, ναι βρε εσείς που ψάχνοντας απο βουλκανιζατερ, μέχρι γκομενες, προσγειώνεστε στο τσαντίρι μου-έχω γράψει και τον Πάπυρο Λαρούς η γυναίκα ...γαμώ την ατυχία σας, όλο πάνω μου τρακάρετε.


Λοιπόν... μόλις πήρα στα χέρια μου το φρεσκοτυπωμένο menu του 2010 και το αναδημοσιεύω:
Αγκαλιές σαν βουτυρωμένη άχνη ζάχαρη,
Λέξεις σαν μέλι και καρύδια,
Αγάπες σαν παλιό καλό κονιάκ,
Έρωτες σαν φρέσκο λευκό κρασί,
Επιτυχίες σαν εμβατήρια με γκρανκάσα
και όλα αυτά θα είμαστε Γεροί, Δυνατοί και Υγιείς για να τα ζήσουμε και να τα φχαριστηθούμε.

Τέλος, ο κόκκινος φιόγκος της Χαράς, θα τυλίγει τρυφερά το κουτί της Ευτυχίας.

Αυτά με το menu του 2010. Προσωπικώς τώρα ...

Στους κυρίους ειδικώς και προσωπικώς ...εύχομαι (Κύριοι είπαμε...ξεκολλήστε βρε τη μούρη σας από την οθόνη και μην τολμήσετε να μεγεθύνετε την φωτογραφία, σας βλέπω):


Στις κυρίες ειδικώς και προσωπικώ...εύχομαι (Φιλενάδες μωρέ είμαστε, μην είστε βρε μοναχοφαγούδες) :

Τέλος σε όσους πατούν το ένδοξο ηρωικό αυτό χώμα, και δεν έχουν ακόμα απελπιστεί τόοοοσο πολύ, τόοοοοσα χρόνια, έτσι ώστε να πάρουν των ομματιών τους αλλά εδώ... θα επιμείνουν να το ...πατούν και κατά την διάρκεια του επόμενου έτους το τιμημένο ...εύχομαι:

Ευχές πολλές, φιλιά ακομα περισσότερα... και έλα να πουμε βρε και τα κάλαντα να την σπάσουμε ...στον Άδωνι και τους φίλους του


Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Του '60 οι εκδρομείς

"Σε μια στιγμή ανάβουν τα φώτα
κι η μουσική μας φέρνει τους μάγους στη σκηνή…"

Τα 60’s… στην Ελλάδα... Φτηνή ρεπλικα, από αυτές που παζαρευουν στις λαικές αγορές.
Αν η τύχη η βαριόμοιρη σε πετάξει κανένα γλυκερό αλκοολικό βραδάκι, σε παρέα που εμπεριέχει αυτούς τους νεάζοντες 65αρηδες, ξέρετε ... αυτούς που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται σαν καλλιτεχνική πρωτοπορεία στην ελληνική...εκδρομή του 60, θα ακούσεις για εποχές ονειρικές, για παρέες μαγικές, για αγώνες, αντιστάσεις και εξεγέρσεις ηρωικές, για Νομικές και Πολυτεχνεία, για χούντες και Παρίσια, για την Μπουμπουλινας, για τους ελληνικούς απόηχους του Μάη, για... παραμύθια που ντύθηκαν με κουρελιασμένες πορφύρες Μύθου.

Αν έχεις την προνοητικότητα να κλείσεις τα μάτια, συνήθως από την ανία που φέρνουν τα αναμασήματα των παγωνιών, αλλά ακόμα περισσότερο γιατί παλεύεις να κάνεις ένα lifting στις οριζόντιες ρυτίδες του μετώπου τους, στους κρεμασμένους λαιμούς, και πάνω απο όλα στις κάθετες ρυτίδες εκει κοντά στο στόμα, σε αυτές που οι πλαστικοι χειρουργοι ονομάζουν «ρυτίδες πίκρας», έχεις σοβαρή πιθανότητα ....
"του τσίρκου τους ανθρώπους ν’ ανταμώνεις στη σκηνή,
μαζί του να υποκρίνονται για σένα θεατή."

.
Αν θέλεις να δεις πολλούς, πάρα πολλους ...απο τους ... «ήρωες» του προαναφερθέντος παραμυθιού, ...πας στο Παλλάς, χώνεσαι στις βαθιές πολυθρόνες, κουρνιάζεις και σιγομουρμουρίζεις μαζί τους...
"γέρος για ροκ, νέος για θάνατο..."

Χθες το βράδυ στην παρέα, ένας φίλος, είπε... ο πρώτος δίσκος που αγόρασα με το παιδικό μου χαρτζηλίκι ήταν ο Μπάλλος...
Και με αυτές τις 5 λέξεις του, κατάλαβα τι αγαπάω και εγώ στον Σαββόπουλο και τι μισώ στον Νιόνιο.
Αγαπάω ...αυτό που νόμιζα ότι ήταν οι ήρωες της εφηβείας, των φοιτητικών, των νεανικών μου χρόνων. Μετά... έφαγα και εγώ στην μάπα
«τους μάγους, τους παλιάτσους με τα κόκκινα σκουφιά»...

Ο Σαββόπουλος είναι ένας γοητευτικός, αισθαντικός και ευαίσθητος τραγουδοποιός.
Ο Νιόνιος είναι ένα τυπικό και από τα πιο ...γελοία δείγματα της γενιάς του.
Αυτής της γενιάς που θα ...άλλαζε τον κόσμο.... αυτής της γενιάς που γάμησε αυτόν τον τόπο...
«Πού πήγαν οι φίλοι;
άνοιξαν σπίτια
βγάλαν κι αμάξι με κουκούλα.»

Προχθές στο Παλλάς, ο Νιόνιος πάλεψε με τον Σαββόπουλο.
Άλλοτε κέρδιζε ο ένας και άλλοτε ο άλλος.
Άλλοτε ο Νιόνιος αυνανιζόταν ναρκισσιστικά και άλλοτε ο Σαββόπουλος τολμούσε να κοιτάξει την αλήθεια. Την ώρα που ο Νιόνιος, έλειωνε σε αυτάρεσκα νάζια και λυγμούς, ο Σαββόπουλος τόλμαγε να μιλήσει από σκηνής και απο καρδιάς, ...δυνατά και καθαρά...
Τολμησε να ομολογήσει, τόλμησε να εξομολογηθεί, ότι το μόνο απο το οποίο πάλεψε να ξεφυγει αυτή η γενιά...αυτοι οι εκδρομείς του 60, αυτοί που δεν εφτασαν ουτε μεχρι την Κορινθο φαντασιωνομενοι ότι πηγαιναν στο φεγγάρι, το μόνο για το οποίο αγωνιστηκαν, ήταν να ξεφύγουν απο την χυλόπιτα.

Κι η Ελσα, ευφυής όσο και φτηνιαρικος αναγραμματισμός του LSD…
Αυτοι ήταν οι έλληνες εκδρομείς του ‘60, ...η αυταρεσκη πρωτοπορία της Ψωροκώσταινας, δεν χρειαστηκαν καν LSD ... για να ταξιδεψουν. Τους «ταξιδεψε» μονο ο αυνανιστικός ναρκισσισμός τους. Και φτηνοι ναρκέμποροι το πουλησαν στους επόμενους, ξεπουλώντας τα πάντα...σε τιμή ευκαιρίας...

Τι ήταν τα «μυθικά» 60’s σε αυτόν τον τόπο; Ποιοι είναι οι αλήθεια οι έλληνες ...εκδρομείς του 60... Μα η Ζωζώ... Απλά η Ζωζώ...
"Και ποιος γυρίζει να τη δει
είναι φτωχιά, είναι χαζή
κι όμως μπορεί να καταστρέψει ένα παιδί"

Μισώ τον Νιόνιο... μου θυμίζει τόσο έντονα πόσο λίγοι, πόσο παλιάτσοι, ήταν οι ψευτοήρωες της εφηβείας μου. Αγαπάω τον Σαββόπουλο γιατί είναι το παραμύθι της εφηβείας μου...

Όλοι αυτοι που πραγματικά έχτισαν, πάλεψαν, αγωνιστηκαν, τόλμησαν ...τους έφαγε το μαυρο σκοτάδι. Συρθηκαν και διασυρθηκαν...απο τους ψευτοΝιονιους αυτης της χωρας που το μονο προιόν της, ειναι η φαιδρά πορτοκαλέα.... Για όλους αυτους...τα φωτα της σκηνής θα μεινουν πάντα σβηστά. Οι Νιονιοι...μεχρι τα βαθειά τους γεραματα, θα ακιζονται επί ...σκηνής. Θα αυνανιζονται δημόσια παλιατσοι σε ένα τσιρκο που ακομα τους ανεχεται...


Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας κότσυφας
που τον λέγαν Σταύρο.
Απέκτησε φωλιά και κοτσυφόπουλα
και τόσο περήφανος αισθάνθηκε
που βγήκε και κάθονταν στο κλαδί
καμαρωτός-καμαρωτός.
Από μακριά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους...
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια,τσαλαπετεινοί και παγόνια
από μακριά τον χαιρετάνε κι από κοντά του λένε:
"Γεια σου Σταύρο!"
"Δε με λένε Σταύρο,
μον' με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη!"
Αλλάζει όμως ο καιρός,
να βροχές, να χαλάζια, να κεραυνοί
πάει η φωλιά πάν' τα κοτσυφόπουλα, παν' όλα,
βγήκε και κάθονταν στο κλαρί μονάχος.
Από μακριά
έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους...
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια,τσαλαπετεινοί και παγόνια
από μακριά τον χαιρετάνε κι από κοντά του λένε:
"Γεια σου Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη!"
"Δε με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη.
Μόνο Σταύρο με λένε, μόνο Σταύρο"...

Υ.Γ. Λιώναμε τις παραλίες, λιώναμε ...στις παραλίες, ακούγοντας Νιονιο... Αλλά ...ακουγαμε, λιωναμε και για τους πριγκηπες της ...Πλατείας, αυτούς που δεν πουλησαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αυτοι που δεν θα τραγουδησουν ποτέ στο ...Παλλάς, αυτοι που δεν άντεξαν την αυθεντικότητα και την αισθαντικότητα της ευαισθησίας τους, αυτους που η Ελσα... τους εστειλε στον ουρανό... Παύλο, Νικόλα, Κατερίνα... καλά που υπηρξατε και εσείς. Πάντα νέοι, πάντα όμορφοι. Ουτως ή άλλως καμιά ρυτιδα δεν θα σας ακουμούσε ...ΠΟΤΕ.


Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Βγάζοντας την γλώσσα στον Ηρώδη...

Προσωπικά σιχαίνομαι τις σημαίες. Προσωπικά μισώ τις σημαίες. Πίσω από αυτά τα κομματάκια πανιού, που κυματίζουν ...αγέρωχα σε κτίρια, σε ιστούς, σε χέρια, σε μυαλά, εντάσσονται «κατηγορίες» ανθρώπων, λατρεύονται οι διαχωρισμοί ανθρώπων. Διαχωρισμοί, εθνικοί, θρησκευτικοί, πατριωτικοί. Μίζερες φοβίες με περιτύλιγμα ένα πανί.

Μαθήτρια, 16 χρονών, πορεία για την ...μυθική στα εφηβικά μάτια μου, επέτειο του Πολυτεχνείου, κάψιμο της Αμερικάνικης σημαίας. Οι απέξω από τα κάγκελα πολλοί, ψιλοβρόχι, η φωτιά δεν ανάβει εύκολα... Ενθουσιασμός, τραγούδια, κράτημα σφιχτό, χέρι με χέρι. Και ξαφνικά στο μυαλό μου, στα μάτια μου, ο Nelson Algren…Εγώ που δεν είχα πατήσει το πόδι μου μέχρι τότε στην Αμερική, εγώ αυτήν την Αμερική ήξερα απο τα γραφτά του, εγώ αυτό το Σικάγο του Algren γνώριζα, καλύτερα από κάθε άλλη πόλη, καλύτερα και από την δική μου πόλη, καλύτερα και από την Αθήνα μου. Έβλεπα ένα πανί να καίγεται, βούτηξα, χάθηκα, μέσα στην αγκαλιά του πλήθους, σκεφτηκα ότι και ο Algren αν ήταν εδώ, αν έχωνε τον αγκώνα του στα πλευρά μου, με το άλλο χέρι θα πεταγε το σπιρτο του τσιγάρου του, στα αποκαΐδια της ...σημαίας.

Με τρομάζουν οι ταξινομήσεις ανθρώπων.
Με τρομάζουν οι κατηγοριοποιήσεις ανθρώπων.
Με τρομάζουν οι αριθμοί όταν αναφέρονται σε «κατηγορίες» ανθρώπων.
Ακόμα και όταν οι εφημερίδες, οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, τα blogs μιλούν για 10, 100, 1000, 250.000 ανθρώπους, για 1.000.000 ανθρώπους, για 10, 100, 900 εκατομμύρια ανθρώπους εγώ για να ...καταλάβω την «είδηση» πρέπει να φέρω στο μυαλό μου τον ΕΝΑΝ
Αυτός ο ΕΝΑΣ... Αυτός ο ένας και μοναδικός, αυτές οι θαυμαστές μονάδες, που συγκροτούν τις «κατηγορίες». Αυτός ο ΕΝΑΣ, με την τόσο διαφορετική ιστορία, με τόσο διαφορετικά βιώματα, με τις τόσο διαφορετικές παραστάσεις, χαρές, λύπες, θριάμβους, βάραθρα, ηρωισμούς και αυταπάτες, χτίζει την «κατηγορία».

Κατηγορία: Μετανάστες.
Χώρα: Μικρές πατρίδες, πολύχρωμες κουκίδες στον χάρτη, δυσκολοπροφερτα ονόματα.
Τόπος: Το χώμα που πατάμε, η Κυψέλη, ο Άγιος Λεύτερης, οι Αμπελόκηποι, η Ν. Ιωνία, ο Βοτανικός, η Ομόνοια, η πόλη μου.

Νοσοκομείο Αλεξάνδρα. Διάδρομος με πορτοκαλί πλαστικές καρέκλες, αλλά λίγοι, ίσως μόνο οι εξουθενωμένοι απο την αργοπορία, κάθονται. Έξω από τα χειρουργεία, πίσω απο τις πρασινες πόρτες, εκει που παλευει να έρθει στον κόσμο, ο Αχμέτ, η Ζιρά, η Φάσα, ο Μπάι, η Μαλου. Οι απεξω ξέρουν ότι περναει πιο γρηγορα ο χρόνος αν βηματιζεις στο διαδρομο. Μέλλοντες πατεράδες που το χαμογελο στο στομα παιζει ζάρια με την αγωνία στα μάτια, σκουροι φίλοι, που συμπαραστεκονται στην μεγάλη στιγμή, στον καινουργιο ερχομό, ευχές σε γλώσσες άγνωστες. Μειοψηφία...εμείς. Εμεις οι ξένοι, στον κόσμο τους, εμεις δικοι στην χαρά τους.
Και ο Αχμέτ, η Ζιρά, η Φάσα, η Μπάι, η Μαλού, που θα ανοιξουν σε λίγο για πρωτη φορά τα μαυρα σαν πυρωμένο κάρβουνο ματάκια τους, που θα βγάλουν την πρωτη κραυγή τους, που θα ρουφήξουν τα σκουροχρωμα φουσκωμένα, γεμάτα γάλα στηθη, μεχρι χθες...ανιθιγενείς. Απο αυριο...με ιθαγενεια.
Δεν τους χαριστηκε τίποτα. Δεν θα τους χαριστεί τίποτα. Αλλά τουλάχιστον, θα έχουν ένα κομματάκι γης, δικια τους γης, «πατρίδας» γης, για να πατήσουν και με μοχλό την δύναμη τους, να σηκώσουν πιο ψηλά αυτήν την νέα πατριδα.

Εγώ, την ψήφο μου στις εκλογές, την ...εξαργυρωσα. Την πηρα πισω ...διπλή και τρίδιπλη. Έμαθα σε αυτήν την μιζερη χώρα, να μην εμπιστευομαι υποσχέσεις. Αλλά για αυτήν που τηρήθηκε, είμαι πραγματικά υπερήφανη. Και δεν θα μεμψιμοιρησω- τουλάχιστον σήμερα- ουτε αν οι προυποθέσεις, ειναι πολλές ή λίγες, ουτε αν τα αποτελεσματα θα ειναι επαρκή ή ανεπαρκή, ουτε για αριθμούς, ούτε για «κατηγορίες» ανθρώπων. Η πόρτα άνοιξε... ακόμα κι αν προκειται για χαραμάδα, εμεις θα την ανοιξουμε διαπλατα..

Καλά μας Χριστουγεννα. Φέτος βγάλαμε την γλώσσα, στον Ηρώδη.

Υ.Γ. Αφιερωμένο από καρδιάς, στον ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΗΡΩΑ. Στον Αντώνη Καρρά. Ναι, Αντώνη μου, φέτος την βγάλαμε την γλώσσα στον Ηρώδη.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

16 ευρώ

Αυτόν τον καιρό, διάβασα, είδα και άκουσα τόσες “απλές αλήθειες”. Έπιανα τον εαυτό μου να συμφωνεί ή να μπορεί ...εν δυνάμει να συμφωνήσει με όλες. Και ταυτόχρονα με καμία.
Ένας ολόκληρος κόσμος με «απλές αλήθειες», με δικούς μας και με εχθρούς, με στρατόπεδα, με ηρωικούς αγωνιστές και με προδότες.
Ταλιμπάν και ταυτόχρονα κωλοτούμπες της άποψης. Μίζεροι και οι δύο. Φτωχομπινεδιάρηδες και οι δύο. Αυτάρεσκα παγώνια.

Δεν υπάρχει απλή αλήθεια. Απλή αλήθεια είναι η ιδεοληψία του καθενός. Άδεια πακέτα με γυαλιστερούς νάιλον φιόγκους ιδεοληψίας...Κάποιου για να πουλήσει το τομάρι του -σε μια «καλή» τιμή, και κάποιου άλλου, απλά για να αντέξει το τομάρι του-χωρίς τους χημικούς παραδείσους που του πρέπουν.
Κλείνω τα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις, τις εφημερίδες, τα blogs.
Θέλω να κλείσω τα στρατόπεδα απέξω. Δεν θέλω άποψη, δεν έχω άποψη, μυθιστόρημα θέλω.

Το καλό με τα βιβλία είναι ότι κλείνουν το κόσμο απέξω. Το κακό με τα βιβλία είναι επίσης ...ότι κλείνουν τον κόσμο απέξω. Σελίδα 87; Πώς διάβολο έφτασα; Τι να χωρέσει ανάμεσα στην ίριδα του ματιού μου και στα κλειστά μου βλέφαρα. Πολύ πιο δύσκολο να ξεφορτωθείς ένα βιβλίο από το να το αποκτήσεις.

Χώνομαι στην πόλη μου. Χάνομαι στην πόλη μου. Την δική μου πόλη. Τους δρόμους μου. Τους δικούς μου δρόμους. Ακούω ιστορίες του δρόμου. Να ακούς τις ιστορίες των ...Άλλων. Σύνθετες αλήθειες....

Ο κ. Θ. δεν θα παραδώσει την επιχείρηση που πήρε από τον πατέρα του, στον γιο του. Ο γιος του έγινε γιατρός. Με 2 ευρώ αγοράζεις 5 μεγάλα, χοντρά κάστανα και την έννοια του να βρει όταν …γεράσει κάποιον να του πουλήσει την επιχείρηση. Μόνο ξένοι...Ξέρουν μωρέ οι ξένοι να ψήνουν κάστανα και καλαμπόκια; Ο γιατρός ζει κάπου στην Λάρισα ή ίσως σε κάποια άλλη πόλη σαν την ...Λάρισα, παντρεύτηκε, εκεί, θα του κάνει και εγγονό, αλλά κανένας τόπος δεν τον χωράει τον κ. Θ. εκτός από την αθηναϊκή γωνιά του.
- Έλα τώρα που δεν καμαρώνεις.
- Καμαρώνω, αλλά μου λείπει, δεν μπορώ εγώ εκεί. Μην ανάβεις τσιγάρο, φάτα τώρα που είναι ζεστά.
- Να αγοράσω ήθελα, όχι να τα φάω. Και θα μάθουν οι ξένοι να ψήνουν και κάστανα.

«Μπορείς να μου δώσεις ένα ευρώ, ένα εισιτήριο, η μεθαδόνη είναι ακριβή, πεινάω, πάρε μου ένα σουβλάκι».
Έχω τα κρύα κάστανα ακόμα στην τσέπη. Μαζί με το ευρώ.
-Δώσε μου άλλο ένα
-Υπάρχει rewriting στη ζωή; Υπάρχει ...τόμος δεύτερος; Υπάρχει ...«συνεχίζεται»;
-.....................

Καρότσι υπερπαραγωγή, να που ο ξένος κ. Θ. μου, έμαθε να κάνει και μαλλί της γριάς, ποπ κορν, έχει και γλειφιτζούρια κοκοράκι, αυτά τα κόκκινα της κανέλας, που λατρεύω. Θα μάθει να ψήνει και κάστανα. Και καλαμπόκια το καλοκαίρι.
- Γλειφιτζούρι κοκοράκι. Από που είσαι;
- Σενεγάλη.
- Έχω πάει.
-Ψέματα.
-Ναι σου λέω. Έβαλες και παιχνίδια, θέλω και τις μπουρμπουλήθρες.
- Τρια γιουρος.
- Και άλλο ένα κοκοράκι
- ok τρία γιουρος
- Ευχαριστώ και ..μπουλ μα σένε...

Δεν τα τρώω τα φιστίκια Αιγίνης, όπως δεν τρώω και τα κάστανα. Μόνο τα γλειφιτζούρια κοκοράκια λατρευω. Αλλά δεν αντέχω να χάσω την performance του ....ζεύγους. Το ζύγι με τα βαρίδια, τα πιο ευρηματικά προστυχόλογα που έχω ακούσει ποτέ, την υστερία του, ότι κάποιος του έκλεψε ...ένα φιστίκι, τις παρηγόριες και τα κουβαρνταλίκια της ...να τον ηρεμήσει, και να μαζέψει τους περίεργους. Ο Ροθ τα έχει πει, δεν τον πιστέψαμε. Πόσο πρέπει να τσακίσουμε τις ψευδαισθήσεις μας για λίγη γνώση; Απλές Αλήθειες... Αθωότητες...
- Δύο ευρώ...

Ξαναμπαίνεις στο αυτοκίνητο, στο σπίτι σου με τις ρόδες, στο σπίτι σου που σε ταξιδεύει στον κόσμο, στην πόλη, στον δρόμο. Ραδιοφωνο. Ειδήσεις... "αλήθειες" ...όχι άλλες "απλές αλήθειες". Μόνο αθωότητες.... «I have seen the writing on the wall.... All in all it was just bricks in the wall», πιο δυνατα, πιο μπάσα.

Στο φανάρι που σταματάς κάθε εργάσιμη μέρα, με ένα ευρώ αγοράζεις...όπως κάθε μέρα, από τον κύριο Γ. ένα πακέτο χαρτομάντιλα. Πολλοί του δίνουν και 20 λεπτά. Και στα 20 λεπτά, ο κ. Γ. το πακέτο τα χαρτομάντιλα θα το δώσει. Στα 10 λεπτά απλά επιστρέφει τα χρήματα και πάει να πουλήσει χαρτομάντιλα στον επόμενο. Με ένα καφέ των 5 ευρώ ακούς μια ιστορία. Για μια ξανθή μπατσίνα που την άφησαν λέει, να φυλάει μία κορδέλα για να κλείσει την κίνηση. Τον έδιωξε. Της είπε άσε θα μείνω να σου κάνω παρέα. Είχε λέει επεισόδια στο κέντρο. Τα γνωστά, λέει ο κ. Γ. και σηκώνεται να βάλει το μπουφάν του. Μετά θέλεις και άλλη ιστορία. Αλλά... τις ιστορίες ο κ. Γ. δεν τις πουλάει, μόνο χαρτομάντιλα. Άλλη μέρα, άλλο σούρουπο.
- Παίρνεις κάθε μέρα, τι τα κάνεις τόσα χαρτομάντιλα, με ρωτάει φεύγοντας.
- Τίποτα. Δεν ξέρω. Τα αφήνω στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, του απαντάω.

Από τα αποκόμματα των εφημερίδων και τα υπολείμματα της μνήμης να κάνω το μυθιστόρημα της ζωής μου. Βιαστικές σημειώσεις, λευκές σελίδες, χαμένες μέρες, πυκνές σειρές, μπερδεμένες λέξεις, γράμματα στο περιθώριο. Ζωές παράλληλες, άγνωστες, διπλανές, χάνονται, τέμνονται, βιβλία μισοδιαβασμένα, ζωές σαν ....μυθιστόρημα.

Στα φανάρια του Ψυχικού συναντάς τον νάνο που κάνει βαθιά υπόκλιση με το χέρι στο στήθος.
-Κατερίνα, του λες και βάζεις και εσύ το χέρι στο στήθος. Εσένα πως σε λένε τον ρωτάς.
Παίρνει το νόμισμα, σου βγάζει την γλώσσα και πάει στον επόμενο. Αυτός πουλάει μόνο την υπόκλιση. Όσο όσο.

Έφαγα ή πέταξα, τα κόκκινα κοκοράκια, τα κάστανα, τα φιστικια, και τα χαρτομάντιλα. Κρατάω σφιχτά τις μπουρμπουλήθρες. Αυτές θα τις χρειαστώ.

Σύνθετες αλήθειες. Αθωότητες. Κόστος .... 16 ευρώ. Εκδόσεις Δρόμος. Σελιδες... πολλες, πάρα πολλές σελίδες.