Ξεχνάω πάντα τα …σημαντικά.Θυμάμαι, δεν ξεχνώ ποτέ
Όσα δεν μου ζητούν να τους το αποδείξω
Σήμερα ξύπνησα από τον πρωινό μου λήθαργο, με ήχους περίεργους, με θορύβους μεταλλικούς, με γλώσσες άγνωστες. Σήμερα, ξεκινάει το βάψιμο του σπιτιού μου.
Κι αυτός ο πρωινός καφές, που κρατάει …πολύ, που είναι η επαφή μου με ότι μου επιφυλάσσει η μέρα, με ότι απόμεινε από χτες, σήμερα θορυβώδης.
Σκαλωσιές, φωνές, κουβέντες, μια συνεννόηση που δεν έχει αντικείμενο.
Μέσα σε αυτούς τους άγνωστους περαστικούς, που θα δώσουνε το χρώμα στους τοίχους, της φωλιάς φυλακής μου, κάπου κάτω από μια ροδιά που χρόνια τώρα αντιστέκεται στις κακουχίες, μια ροδιά που πολύ αγαπάω, που κατέβηκα να προστατέψω, μια μικρή.
Ένα μικρό κοριτσάκι, άχαρο, καθισμένο ανακούρκουδα, προσπαθεί να μην πιάσει χώρο. Προσπαθεί να γίνει ένα με το δέντρο, ένα με την ροδιά μου...
Καθισμένη κάτω, στο χώμα, με ένα καπελάκι jockey, που καλύπτει όλο της το πρόσωπο, κοιτάει.
Πάω να της μιλήσω και τραβιέται. Πάω να την ακουμπήσω και μαζεύεται.
Την τρομάζω.
Από το πουθενά ξεφυτρώνει ένας γίγαντας και μου λέει «παιδί μου, δικιά μου».
Δικιά του…
Απευθύνομαι στον …αρχηγό της θορυβώδους αποστολής που μου εξηγεί βαριεστημένα - είναι προφανές ότι το έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, «είναι πολύ καλός στην δουλειά του, φέρνει την κόρη του μαζί του πάντα, η μικρή δεν ενοχλεί, δεν μιλάει ποτέ, μόνο κάθεται και βλέπει, δεν πρέπει να έχει μητέρα. Άστην…»
-πες του να την πάρω μέσα, να κάτσει στο σπίτι
-όχι δεν την αφήνει ποτέ από τα μάτια του
-πες του ότι μόνο έτσι θα μείνει εδώ, δεν θα κάτσει το παιδί 10 μέρες στον κήπο.
Όταν μπαίνω στο οπτικό της πεδίο, γυρίζει αλλού τα μάτια της.
Της χαμογελάω. Αποστρέφει το βλέμμα της.
Της μιλάω, της κάνω καραγκιοζιλίκια, πάω να την αγγίξω. Τραβιέται.
Ίσια, στητή, με το βλέμμα να μην συναντάει ποτέ το δικό μου.
Την αφήνω στην ησυχία της.
Μια ώρα μετά, της ξαναμιλάω. Σιωπή. Και ήρεμη αποστροφή.
Τα μάτια της …. δεν με αφήνει να τα συναντήσω. Ακίνητη.
Σημίτη, Γιώργο, ΣΚΑΣΤΕ!!!!!!!!!!!!
Έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
Με ηρεμεί αυτή η ακινησία. Αυτή η ακινησία, του τίποτα.
Να αδειάσει το μυαλό μου.
Να γίνω σαν και αυτήν.
Να μην σκεφτώ τίποτα, να μην φοβάμαι τίποτα, να περιμένω.
Έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου
Κάποια στιγμή εκεί που το βλέμμα της αλλάζει φορά, τα μάτια μας συναντιώνται. Και ναι, διακρίνω κάτι ....πράσινο. Ένα ....περίεργο πράσινο.
Με κοιτάει. Την κοιτάω.
Κατεβάζω το χέρι μου, γυρίζω το βλέμμα μου.
- δεν θυμάμαι πια, της απαντάω.
- Δεν πειράζει, εγώ, θα σε λέω Κατερίνα. Έλα Κατερίνα, πάμε πάλι από την αρχή.
Ο Δεληβοριάς γλυκερά, λέει το τελευταίο κουπλέ
Μα εγώ θα κάνω τον καθρέφτη μου κομμάτια

