Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Εν ανθρώποις ...Ευδοκία

Προπαραμονή Χριστουγέννων 2008. Βράδυ. Έξοδος 3, Ελ. Βενιζέλος.
Δεν είναι έξω.
«Άργησα λίγο, έρχομαι». Χαμογελάω, τελικά, μέσα από την επανάληψη, μαθαίνεις να αγαπάς αυτά που σε εκνευρίζουν. Βγαίνω έξω. Η χλιαρή μυρωδιά του λεκανοπεδίου με αρπάζει από τη μούρη.

Ψάχνω την αχανή τσάντα μου, έτσι με την αφή, ακουμπάω τα μεταλλικά, τα δερμάτινα, τα χαρτιά, το κινητό, αλλά όχι τίποτα μικρό πλαστικό. Αναπτήρα, δεν βρίσκω. Χαμογελάω πάλι, λες και ακούω την ατάκα του, αυτή που θα μου πει μόλις έρθει, «τόση σαβούρα κουβαλάς μαζί σου και πάλι δεν έχεις αναπτήρα, θα στον κρεμάσω στο λαιμό;» Όχι, και πάλι δεν έχω...
Χωμένη μέσα στην τσάντα μου, νοιώθω την φλόγα πριν δω τον αναπτήρα και πριν δω τον κάτοχο του.
Ο αναπτήρας διαφημιστικός, «ψητοπωλείο η ωραία Ρούμελη» «αμορτισέρ ο Σάκης» ή κάτι ανάλογο. Ανάβω... «Ευχαριστώ». Η φυσιογνωμία άγνωστη, η εικόνα αμυδρά γνωστή.
Κάθομαι πάνω στη βαλίτσα μου απολαμβάνοντας ηδονικά την λατρεμένη στιφάδα του τσιγάρου
-Πολλές ώρες στο αεροπλάνο;
-Αρκετές. Εσείς;
-Όχι, εγώ περιμένω ένα φίλο.
Με κοιτάει και νοιώθω ότι περιμένει, ότι με προκαλεί να τον αναγνωρίσω.
-Σας ξέρω από κάπου;
Δίστασα ανάμεσα στον ενικό και στον πληθυντικό... το κατάλαβε
-Ε, σε λίγο όλοι οι καπνιστές θα γνωριζόμαστε...
-Αυτό είναι αλήθεια. ...Κατερίνα....
-Γιώργος... ίσως με ξέρεις σαν ...Λοχία
- Λοχία;;;;
Γελάει... Γελάω και εγώ αμήχανα...
-Λοχία;;; επαναλαμβάνω ερωτηματικά
-Άστο...
Σβήνω το τσιγάρο...α, ήρθαν να με πάρουν, γεια χαρά
-Κράτα τον αναπτήρα, έχω άλλον
-Ευχαριστώ και πάλι γεια

Ανάμεσα στην ...γκρίνια για τη καθυστερημένη άφιξη και στο φιλί, επιλέγω το δεύτερο.
- Ποιος ήταν αυτός;
- Δεν ξέρω, δεν είχα ...αναπτήρα.
Γελάει
- Ελα, μην το πεις... Ξέρουμε κάποιον... «Λοχία»;
- Από τότε που απολυθηκα, ευτυχώς δεν έχω ξαναδεί ...λοχία στην ζωή μου. Γιατί;
- Τίποτα... μου είπε... «ίσως με θυμάσαι, είμαι ο ...Λοχίας....»
- ....


2010, ένα βράδυ καλοκαιριού στο νησί

Το ζεϊμπέκικο της στροφής, του χασίματος, εκεί που άνοιξες τα χέρια να σταυρωθείς, εκεί που άνοιξες τα χέρια να πετάξεις. Εκεί που έσκυψες να γίνεις ένα με το χώμα, εκεί που σηκώθηκες να γίνεις ένα με τον ουρανό.
To ζεϊμπέκικο σου, καρδιά μου, το πιο γρήγορο κοίταγμα από το κάτω στο πάνω και πάλι από την αρχή. Εκεί που το κορμί σου έγινε τόξο, χορδή, σκοινί να ενώνει το χώμα με τον ουρανό. Χωρίς κανόνες στα βήματα. Τα βήματα σου. Άναρχε μου, εκεί που λυτρώνεσαι.

Περίεργα τα παιχνίδια του μυαλού. Αυτό το άχρηστο, αυτό το απόκομμα, αυτό το ασύνδετο που κρατάει, που καταχωνιάζει, έτσι όπως κρατάμε ένα χαρτί, που έχει ξεφύγει από κάπου, αλλά νοιώθουμε ότι δεν πρέπει να πεταχτεί.
Θυμάμαι, κοντά δυο χρόνια πριν… «ίσως με ξέρεις σαν Λοχία».
Γυρνάς λαχανιασμένος στο τραπέζι. Σ’ αγκαλιάζω πριν προλάβεις να πιεις την αφημένη γουλιά σου στο ποτήρι, πριν λειώσεις το παρατημένο σου τσιγάρο στο τασάκι.
«Είσαι ο λοχίας μου» σου ψιθυρίζω.
-Λοχίας; χαμογελάς ερωτηματικά. Νόμιζα ότι ήμουν ο Στρατηγός.


Χριστούγεννα 2010.

Ο καναπές αντίδοτο στη προηγούμενη κραιπάλη των ημερών. Να δούμε, να δούμε... Δύσκολη απόφαση, τα dvd ...ξεφυλλίζονται. Χολιγουντιανές υπερπαραγωγές, κωμωδίες και αμερικανιές, γαλλικά αστυνομικά.
Έλα να δούμε Ευδοκία. Είναι χωνευτική... Σκοτεινά, τα μόνα φώτα αυτά στο δεντρο, αυτό της οθόνης και ενός τζακιού που κάνει το χριστουγεννιάτικο ντεκόρ να ασφυκτιά στον νοτιά των 16 βαθμών.

Ούτε ένα δέντρο στα περισσότερα πλάνα. Σκιά πουθενά, μόνο η σκιά του σταυρού, όταν ο Γιώργος, ο Λοχίας χορεύει το ζεϊμπέκικο.

-Γύρνα το λίγο πίσω...
- Όχι, μην αρχίζεις τα ίδια.
Και να ρουφάω την σκηνή, την εικόνα, την φωτογραφία, το ενσταντανέ. Τι όμορφο κάδρο η Ευδοκία, όταν φοράει το πέπλο και περιμένει στο παράθυρο τον Γιώργο, που δεν θα έρθει...
Ο Λοχίας είναι φυλακή... Στη ...δική του φυλακή.
Ο πατέρας, που έβαλε το καλό το γαμπριάτικο κουστούμι, ο αδελφός της Ευδοκίας, που φωνάζει για το ρεζιλίκι που του έκανε η πουτάνα, και η μάννα, η πιο σκληρή σκηνή της ταινίας.... Η μάννα που στυλώνει τα πόδια, που λιποψυχάει, που φωνάζει ότι θέλει να μείνει εκει,να παρηγορησει με την κόρη της. Ο άντρας και ο γιος, την σέρνουν από το σπίτι, που το τρώει ο ήλιος, το φως, η ζέστη, το πάθος, ο πόνος, ο έρωτας, ο σταυρός.

"ήρθες να ξεχαρμανιάσεις". Και αμέσως μετά... να κρεμιέται στο λαιμό του "αγάπη μου"

Κι αυτός ο ήλιος που κατάκαιει τα πάντα. Σταυρός και Κορώνα. «Να τον φοβάσαι τον σταυρό, πρόσεχε» της λέει η Μαρία... η Μαρία που κάθε που πιάνει καράβι στο λιμάνι, κοιτιέται στον καθρέφτη. «Θεοκόμματος ήμουνα λέει», και αυτοτιμωρείται σε έναν καθρέφτη που πια δεν συγχωρεί.
Κι ο νταβατζής της Ευδοκίας; Ήταν θέμα τιμής απλά να την πάρει από τα χέρια του Λοχία; Ήταν θέμα επαγγελματισμού του νταβατζή που δεν χάνει τον εργαζόμενο του; Ή την αγάπησε παθιασμένα, παράφορα, όσο κάποιος μπορεί να λατρέψει την Ευδοκία;


Ο …Λοχίας…. Αυτό το κλικ... τα χέρια στο Σταυρό, τα χέρια στο πέταγμα του αετού, τα μάτια τα κλειστά και να διαβάζεις σε ένα πρόσωπο το Ααααααααχ που δεν ξεστομιέται. Τα μάτια ανοιχτά, γυάλινα να βλέπουν πέρα από εκεί που κοιτούν... το χέρι να χτυπάει στο πάτωμα, να προκαλεί το χώμα, τη γη, το τέλος, και να ξανασηκώνεται ορμητικά διώχνοντας, πατώντας, περιφρονώντας,

«Έχεις ένα κατοστάρικο;» τη ρωτάει
Τρέχει, ανασηκώνει το στρώμα, γονατίζει και το βάζει στο χέρι. Και τον κοιτάει, και εκείνος ανοίγει ξέπνοα το χέρι του και της το δίνει πίσω.

Είναι δυο η Ευδοκία...
Είναι αυτό το κορίτσι με τα αλαφιασμένα μάτια που φωνάζει "πιο ψηλά, πιο ψηλά" και είναι και αυτό το βραχνό γέλιο που ντουμπλάρει η Ροδά, αυτό το υπέροχο, ηδονικό, βράχνιασμα της γυναίκας που ξέρει ότι αυτή γεννάει χρήμα.
Γιατί Ευδοκία; Γιατί δεν πήδηξες από την καρότσα του τρίκυκλου, γιατί τον άφησες εκεί;

Δεν τον ρώτησα. Γαμώτο, δεν τον ρώτησα.
Έζησε ο Λοχίας; Τη πήρε μαζί του; Την έσωσε;

- Μα πες μου, η Ευδοκία, δεν θα μπορούσε να είναι η Ελλαδα; σε ρωτάω
- Κι ο Νταβατζής;
- ...Όλοι. Όλοι όσους αφησαμε να γινουν νταβατζήδες. Και οι συγγενείς της, είμαστε όλοι εμείς. Μάννα, πατέρας, αδελφός. Καθένας μας στο ρόλο του και όλοι σε ρόλους όλων
- Κι ο Λοχίας;
- Η Αριστερά. Αυτή η αυτοκαταστροφική, η μαλακισμένη η Αριστερά. Αυτή που ....
Με κόβεις γελώντας
- Όταν πίνεις γίνεσαι ...αλαφροΐσκιωτη
- Γύρισε το πάλι από την αρχή. Θέλω να το ξαναδώ.



........................................................................................................................

........................................................................................................................

........................................................................................................................

6 σχόλια:

ο Δήλιος είπε...

πάντα
'η μαλακισμένη η αριστερά'......

koulpa είπε...

xaxa καλό είναι τελικά να ξεχνάς τον αναπτήρα.. γνωρίζεις κόσμο.. για όσο επιμένεις να καπνίζεις τουλάχιστον.. :):)
αχ με καταπιέζουν τέτοιες ταινίες.. που μου θυμίζουν ότι η κοινωνία τοποθετέι την ηθική κάτω από τη ζώνη και αδιάφορεί εντελώς για το πραγματικό ήθος.. :):)
χρόνια πολλά και καλά :):)

Θανασης Ξ. είπε...

Πόσοι συνειρμοί ! Αραβούργημα αυτή τη φορά. Μπράβο Κατερίνα μου...

AdeGia είπε...

Η Ευδοκια η πραγματικη,αυτη πεθανε περυσι.

poexania είπε...

Εμένα να με συμπαθάς αλλά δεν κατάλαβα, αυτός που σου έδωσε τον αναπτήρα στο αεροδρόμιο ήταν ο λοχίας απο την ταινία;

Side21 είπε...

Η γαμημένη Ελλάδα ...
Ταυτόχρονα πόρνη ...
κι επίσημη αγαπημένη !!!
Βυθίζεται στον αυτοκαταστροφικό της
έρεβο στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου ...
παλληκαριά συνάμα και λουμπιναρία !!!
Κι ο νταβατζής (πρώην μπάτσος) ...
Συμβολισμός κι αυτός εεεε !!!
Όσο για το END της Ιστορίας ...
Όπερ έδει δείξαι !!!
Μια ευχή μας μένει - κι ελπίδα ...
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ !!!
Αν κι οι ευχές δεν αρκούνε ...
χρειάζεται και προσπάθεια !!!