Η ...Βάλια να κοιμάται στην αγκαλιά του ...παππού της.Πριν λίγους μήνες, στα ίδια σκαλιά, της ίδιας εκκλησίας, τα βαφτίσια της. Μια καλοκαιριάτικη φωτεινή Κυριακή.
Σήμερα βροχερή μουντή Κυριακή, αργοπορημένη, φτάνω στο μνημόσυνο της 90χρονης θειας μου.
Τα μνημόσυνα έχουν μια περίεργη μυρωδιά, μια περίεργη αύρα.. Έχει περάσει η αψιά μυρωδιά του θανάτου, ιδιαίτερα αν ο θάνατος είναι ...αναμενόμενος, ...ευπρόσδεκτος, αλλά στην ατμόσφαιρα υπάρχει κάτι ακόμα από το βάρος του. Οι συγγενείς κουβαλούν αυτή τη ζεστασιά του οικείου και αυτή τη θλίψη του τετελεσμένου.
Καθυστερημένη, σχεδόν λαχανιασμένη φτανω στην πλατεία, στα σκαλιά. Ήθελα να πάρω λίγες μυρτιές. Το ξέχασα.
Δεν μπαίνω στην εκκλησία, μένω με τον θείο μου, που κραταει στην αγαλια του την Βάλια. Εκεί έξω στα σκαλιά, να χαζεύω το μικρό τρυφερό πλασματάκι που δεν θα γνωρίσει ποτέ την προγιαγιά του.
Υπέροχο. Όμορφο. Νομίζω ότι μοιάζει με τη μητέρα του αλλά και πάλι...ποτέ δεν ήμουν καλή σε αυτά.
Χαμογελάω, τον κοιτάω, παλιότερα τον πείραζα, "μην τολμήσεις να πεις την λέξη παππούς" φώναζε, κι εγώ γελούσα...
Η μικρή Βάλια ανοίγει τα μάτια της, με χαζεύει, κουρνιάζει και πάλι στην αγκαλιά του ...παππού της, και ξανακοιμάται.
Κοιτώ τα χέρια του. Κοιτώ κι εκείνον. Το μικρό πλάσμα στην αγκαλιά του. Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια...μόνο τρόπο να κοιτούνε σιγοτραγουδάω. Μα είμαι καλά; Τραγουδάω; Δαγκώνομαι. Σε μνημόσυνο είμαι, για όνομα.
Το τσιγάρο μου καίγεται, ανάβω και άλλο.
Αποφασίζω να μην μπω στην εκκλησία. Άλλωστε δεν αντέχω τα μνημόσυνα, δεν αντέχω τις πομπώδεις και μελοδραματικές τελετές τους.
Θα μείνω εδώ έξω να χαζέψω τη ζωή. Ο θάνατος, πέθανε.
Δεν μπαίνω στην εκκλησία, μένω με τον θείο μου, που κραταει στην αγαλια του την Βάλια. Εκεί έξω στα σκαλιά, να χαζεύω το μικρό τρυφερό πλασματάκι που δεν θα γνωρίσει ποτέ την προγιαγιά του.
Υπέροχο. Όμορφο. Νομίζω ότι μοιάζει με τη μητέρα του αλλά και πάλι...ποτέ δεν ήμουν καλή σε αυτά.
Χαμογελάω, τον κοιτάω, παλιότερα τον πείραζα, "μην τολμήσεις να πεις την λέξη παππούς" φώναζε, κι εγώ γελούσα...
Η μικρή Βάλια ανοίγει τα μάτια της, με χαζεύει, κουρνιάζει και πάλι στην αγκαλιά του ...παππού της, και ξανακοιμάται.
Κοιτώ τα χέρια του. Κοιτώ κι εκείνον. Το μικρό πλάσμα στην αγκαλιά του. Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια...μόνο τρόπο να κοιτούνε σιγοτραγουδάω. Μα είμαι καλά; Τραγουδάω; Δαγκώνομαι. Σε μνημόσυνο είμαι, για όνομα.
Το τσιγάρο μου καίγεται, ανάβω και άλλο.
Αποφασίζω να μην μπω στην εκκλησία. Άλλωστε δεν αντέχω τα μνημόσυνα, δεν αντέχω τις πομπώδεις και μελοδραματικές τελετές τους.
Θα μείνω εδώ έξω να χαζέψω τη ζωή. Ο θάνατος, πέθανε.









