Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Faites vos jeux, rien ne va plus

Το τι διαβάσαμε, το τι συζητήσαμε όλοι μας για τους αγρότες και τους αγροτοπατέρες των μπλοκων, δεν θα τα επαναλάβω. Η δική μου προσέγγιση, η δική μου θέση, παραμένει, η ίδια και δεν ήταν ούτε συναισθηματική, ούτε ..περί δικαίου. Ξέρω πολύ καλά ότι τα δίκαια, χρησιμοποιήθηκαν ...αφειδώς ιστορικά για να καμουφλάρουν πάντα συμφέροντα.
Αλίμονο ή μάλλον ΤΙΜΗ σε όσους τα πήραν σοβαρά, σε όσους πραγματικά πίστεψαν, σε όσους πραγματικά θυσιάστηκαν γιατί ανέμιζε μπροστά τους η σημαία του Δικαίου. Και ήταν πολλοί αυτοί. Αλλά πάντα λιγότεροι από τους...άλλους...όλους αυτούς που το μαχαίρι του πολύ στενού, προσωπικού, κομματικού, συντεχνιακού ή ότι άλλο συμφέροντος το ονόμασαν δίκιο(όχι ΔΙΚΑΙΟ) και ... το έκαναν τρύπια παντιέρα.


Τι περιμένουν τώρα οι αγρότες στα μπλόκα; Έβαλα πολλές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, αλλά μόνο μια μου κάθεται. Περιμένουν τα ΜΑΤ.

Παρά τις απίστευτες ανοησίες που έκανε η Υπουργός της Αγροτιάς, παρά τις αδιανόητες αστοχίες, παρά τα διαίρει και βασίλευε, παρά τους εναγκαλισμούς με τους άθλιους Καραμιχες και τα πισωγυρίσματα όταν είδε ότι δεν την παίρνει, παρα τις απολυτα ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ συμμαχίες, παρά τους τσαμπουκάδες και τις ψευτομαγκιές, παρά τις ...κατά βούληση «επιχορηγήσεις» π.χ. στους ελαιοπαραγωγούς της δικής της εκλογικής περιφέρειας, όσο κι αν τα σκάτωσε, τώρα πίσω δεν μπορεί να κάνει. Τώρα λεφτά δεν μπορεί να δώσει. Θα την κράξουν και οι πέτρες.
Που ποντάρει η Υπουργός; Στην κούραση... των «μαχητών».

Που ποντάρουν οι αγροτόμαγκες; Στα ΜΑΤ. Στην ηρωική έξοδο.
Θα τους κάνει κάποιος το χατίρι;

Συχωριανοί μου, ζορικες εποχές, οι ξενοδοχοι του χειμερινού τουρισμού, λένε ότι πατωσανε, κάνανε και μηνυσεις και αγωγές στοςυ ....μαχητές. Ας στήσουμε εδώ πέρα ένα στοιχηματάκι, να βγάλουμε κανένα φράγκο, να πάμε και το τριήμερο της Καθαρής Δευτέρας μια εκδρομούλα στην ελληνική επαρχία. Για τους χειμαζομενους ξενοδοχους ρε γαμωτο!!! Για την φουκαριαρα την ...μανουλα μου...

Λοιπόν...κούραση ή ΜΑΤ;

Εγώ ποντάρω στην κούραση... Εσεις;
Έλα τώρα που γυρίζει....

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Ακριβή μου Πατρίδα...

Ψηλή και λεβεντόκορμη, με μαύρα μάτια πλάνα, ταϊσμένη από ήλιο και κρασί και μέλι, με την αρμύρα της θάλασσας ακόμα να νοτίζει τις άκρες των μαλλιών της, με αδερφούς, πατεράδες και γιους, που το κούτελο τους έχει μεγαλύτερη σημασία από την τσέπη τους, βγήκε στο μεϊντάνι για να βρει άντρα και προστάτη.

Οχτροί από όλα τα σημεία του ορίζοντα, επιβουλεύονταν πάντα την ομορφιά της. Εξ από ανέκαθεν...
Μην την ρωτήσεις να σου διηγηθεί - μωρέ και χωρίς να την ρωτήσεις, αυτή θα στα ιστορήσει- πόσοι αποπειράθηκαν να βατέψουν το μοσχομυριστό από λεμονανθούς και λιόδεντρα κορμάκι της.

Αειπάρθενος αυτή, αλλά ...λεβεντογέννα. Μαγικό; Όπως, όλα τα μαγικά, που συμβαίνουν στο τόπο της. Οι πατεράδες, τα αδέλφια και οι γιοι της, κορίτσια και αγόρια, με το μάτι περήφανα αγριεμένο, θα τα βάλουν με όποιον τολμήσει να ψελλίσει κάτι για την τιμή και την υπόληψη της. Αυτοί βέβαια, την προίκα της την φάγανε προ πολλού. Και φάγανε κι όλα τα προικιά που δώσαν στην ...αειπάρθενο, κατά καιρούς, μέσα στην ιστορία, οι διάφοροι ....γαμπροί.
Σήμερα πάλι στη γύρα να σωθεί η αειπάρθενος λεβεντογέννα. Άγγλοι, Γάλλοι Πορτογάλοι, κοτζαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες... η σημαία ρεεεεεε, η σημαία να κυματίζει στην Ακρόπολη...
Παρθενορραφές...

Αγαπάω πολύ, πάρα πολύ την Ελλάδα, αλλά για άλλους λόγους από τους ...πατριωτικούς. Αγαπάω την Ελλάδα, για αυτό που πραγματικά είναι, και όχι για αυτό που υστερικά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου (προσφάτως και στα κινέζικα!!!)... φωνασκεί ότι ...είναι...

Σημαίες και πατρίδες εγώ απο τα μικρατα μου, δεν ξέρω, δεν γνωρίζω και δεν αναγνωρίζω. Πατρίδα του καθενός είναι το χώμα που επιλέγει να πατάει. Πατρίδα του καθενός είναι το χώμα που θα τον αφήσουν να πιάσει ρίζες. Ο ήλιος που θα τον αφήσουν να αντικρίζει.

Αγαπάω την Ελλάδα, για την πουτανιά και τις αιώνιες παρθενορραφές της, αγαπάω την Ελλάδα, για το μάτι της το τσακίρικο, αυτό το αγέρωχο που το κλείνει σεμνά και συγχρόνως πονηρά σε όποιον γουστάρει να την καβαλικέψει. Γουστάρω τρελά το σοι της, πατεράδες, αδέρφια και γιους, νταβάδες που η τιμή τους, χωράει να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλο τους.

Δεν θα χρεοκοπήσει ποτέ η Ελλάδα. Αυτή η Ελλάδα, που δεν υπήρξε ποτέ... Αυτή η Ελλάδα που υπήρξε μόνο στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, στα σχολικά εγχειρίδια και προσφάτως στα τηλεοπτικά παράθυρα. Δεν θα χρεοκοπήσει ποτέ γιατί...
ΔΕΝ υπάρχει.
Η μόνη ιστορία που δεν μας είπαν ποτέ τα σχολεία μας, που δεν θα πουν ποτέ τα στα παιδιά μας, μια φωτογραφία στο πρωτοσέλιδο της Liberation. Μια φωτογραφία...χίλιες λέξεις. Η ...ιστορία του τόπου που δεν ετυχε να έχω πατριδα, αλλά του τόπου που ΕΠΙΛΕΓΩ για Πατρίδα.

Ελλάδα μου.
Εκάβη μου. Λατρευτή μου Πατρίδα. Ακριβή μου Πατρίδα....



Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα πες, με το πρώτο σου το γάλα,
και στις αρένες του κόσμου μάννα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Respect...

Έσουρα πολλά στους αστραπόγιαννους… και όταν το έγραφα δεν είχα στο μυαλό μου κάποιον συγκεκριμένο. Αλλά έλα ντε που υπάρχει… Όνομα και πράγμα …Αστραπόγιαννος. Σε πιο εξελιγμένη version από τον Κουρκουλο, με ολίγον από Breaveheart …
Οφείλω λοιπόν να ομολογήσω ότι κάποιου το εξαιρετικό του χιούμορ, ανταγωνίζεται το εξαιρετικό του κρασί. Και όταν λέμε εξαιρετικά…το εννοούμε και για τα δύο. RESPECT!!!! και για τα δύο...

Τέλος πάντων συχωριανοί και εν blogoσφαιρα αδελφοί… κυνηγήστε και βρείτε και προπαντός ΠΙΕΙΤΕ και
το Περιήλιον και το Αφήλιον, κόκκινο και λευκό κρασί αντίστοιχα και θα με θυμηθείτε. Για εκδρομες στις εθνικές δεν μας βλέπω συντομα, και όταν δνε μπορείς να το ...αποφυγεις, απολαυσε το τουλάχιστον. Με υπέροχο κρασί. Viva μας λοιπόν!!!

Υ.Γ. Το σωστό φίλε μου λέγεται…ακόμα και από τα …παιδιά της πόλης...

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Γκελ στην Άβυσσο...

Έπεσε τυχαία στα χέρια μου, όταν ήμουν γύρω στα 13, ίσως και 14.
Δεν του έδωσα και μεγάλη σημασία τότε, ήταν τόσο έξω από τον δικό μου κόσμο. Απλά το κράτησα σε μια άκρη του μυαλού μου.

Το ξαναδιάβασα ένα από τα υπέροχα φοιτητικά Αμοργιανά και Αστροπαλιώτικα μου καλοκαίρια.
Ταίριαζε τότε σε έναν κόσμο που πρωτονακάλυπτα ότι υπήρχε και με μάγευε, ταίριαζε σε ότι ψυχανεμιζόμουν ότι υπήρχε και μέσα στις δικές μου ρίζες, αλλά κρυβόταν από φωτεινά αστικά λαμπάκια, ταίριαζε με το λούμπεν που φλερτάριζα τότε τρελά και απεγνωσμένα, ταίριαζε με τον στραγγαλισμό του Ταχτσή που τότε μου μοσχομύριζε ρίσκο και ηδονή, ταίριαζε...


Και πάλι όμως δεν καλοκούμπωνε με τα τότε διαβάσματα μου, και ίσως να μην κράτησα αυτό το τόσο απλοϊκό, τουλάχιστον για το μέγεθος της Έλλης Παππά «δυο γυναίκες συζητάνε για την ιστορία πάνω από μπουγαδόνερα» αλλά δεν θα έλεγα ότι και η δεύτερη αν και ...μονορούφι ανάγνωση, μου άφησε κάτι συγκλονιστικό.

Το ξαναδιάβασα μεταφρασμένο από τον Λακαριερ στα γαλλικά, όταν έψαχνα απεγνωσμένα κάτι να μου μυρίζει Ελλάδα. Ο Λακαριερ είναι κάποιος που λάτρεψε μια Ελλάδα, που ποτέ δεν υπήρξε.
Και από εκείνη την ανάγνωση, σε μια γλώσσα που δεν ήταν η μητρική του Τρίτου Στεφανιού, που μάλλον το αδικούσε, άρχισαν και οι άλλες μου αναγνώσεις, οι δεύτερες, οι τρίτες, οι τέταρτες....και κάθε φορά που το διαβάζω να σου και μια ακόμα «ανάγνωση», νασου και άλλο ένα επιπεδο, που ειχα αφησει παραγνωρισμένο.



Στην τότε Χριστουγεννιατικη επιστροφή μου στην πατρίδα, το ξαναδιάβασα για τέταρτη φορά πια, το πήρα μαζί μου, και από τότε το πάω και το φέρνω όπου βρεθώ, το κουβαλάω πάντα μαζί μου, σε αλλαγές, σε άλλα σπίτια, σε άλλα δωμάτια, σε άλλα κρεβάτια. Το Τρίτο Στεφάνι, δεν ξαναμπήκε ποτέ σε βιβλιοθήκη, έμεινε μαζί με κάποια άλλα λίγα βιβλία στο υπνοδωμάτιο. Γιατί το Τρίτο Στεφάνι για μένα ήταν η Ελληνική Αγια Γραφή.


Ο Ταχτσής λέει ότι η Εκάβη, στο Τρίτο Στεφάνι, είναι η Ελλάδα. «Όταν διαμαρτύρεται και κλαίει, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω. Να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα».


Η Νίνα λέει για την Εκάβη, «ήταν και Διάβολος, ήταν και Θεός.... Την είχα ικανή για τις ευγενικότερες πράξεις αλλά και για τις μεγαλύτερες κακίες»... Η Ελλάδα.


Η Εκάβη αγαπάει τα παιδιά της αλλά την ίδια ώρα τα καρφώνει στην αστυνομία ότι είναι κομουνιστές. «Κάνει πολύ καλό στον Δημήτρη μου η φυλακή. Να τον δεις Νίνα μου, έγινε ροδομάγουλος, ξέκοψε από τους κομουνιστές, τους πούστηδες, και τους πρεζάκηδες»


Η Εκάβη συζητάει, χαμογελάει, καμαρώνει κι ας τα ψευτοξορκίζει τα καμώματα του λατρεμένου και πανέμορφου γιου της, του Δημήτρη. Ο Δημήτρης, ίσως η πιο τραγική, αλλά και η πιο παραγνωρισμένη φιγούρα όλου του έργου. Τον ψιλομαλώνει «καθωσπρεπειστικα» η Εκαβη χαμογελώντας όταν ο Δημητρης πηδάει τον επαρχιώτη για 20 τάλιρα. Βάζει το κατοστάρικο στον κόρφο της, όταν ο Δημήτρης αντί να πηδήξει τον μικροαστό με τα κατεβασμένα βρακιά, τον πιάνουν τα ...κομουνιστικά του και τον κλέβει βάζοντας του την φαλτσέτα στο λαιμό. Δασκαλεύει τον Δημήτρη να μην μιλάει στον μικρό Άκη, που καμαρώνει ντυμενος με την στολή της Νεολαίας Μεταξά για την θρησκεία που είναι το όπιο του λαού, «Νίνα μου δεν υπάρχει Θεός, αλλά θα τα πει και αλλού το παιδί αυτά, είναι εποχές για τέτοια;», αλλά η Εκαβη θα πέσει να πεθάνει όταν ο Δημητρης ερωτευτεί την ...αλλοθρησκη Εβραια. «Θα μας κάψει ο Θεός Νινα μου».


Ο Δημητρης μπορεί να κλεβει για την πρεζα του, μπορεί να ειναι κομουνιστής, μπορεί να ειναι επιβητορας του καθενός για 10 ταληρα...αλλά δεν πρέπει να ερωτευτεί. Δεν πρέπει ποτέ να αγαπησει καμμία πάνω απο αυτήν. Όταν επιτέλους ο Δημήτρης βρίσκει το αποκούμπι του, την Εβραία Βικτόρια, η Εκάβη θα του πριονίσει το τελευταίο κλαδί.


Σε εκείνον τον καυγά του με την Εκάβη...ουρλιάζει ο Δημήτρης χτυπώντας την μάννα του «Κουφάλα, τι θέλεις, μωρή; Δεν σε γαμώ, όχι εσένα δεν σε γαμώ» Και λίγο παρακάτω «μαμάκα, τι κάνετε μαμακα;»


Και όταν πια ο Δημήτρης θα πεθάνει... η Εκάβη δεν θα έχει πια λόγο να ζει. «Την αγαπάω την ζωή Νίνα μου, δεν ξέρω. Να πεθάνω... Κι αν αλλάξω γνώμη;»


Μια Εκάβη, μια Ελλάδα... Η Εκάβη, αυθαιρετεί, αδικεί, σφάλλει, αγαπάει, ξεπουλιέται, μεγαλοπιάνεται, κλαίει και γελάει ταυτόχρονα, αδικεί τις κόρες της, την πουτάνα την Ελένη, την παρθενοραμενη Πολυξένη, τον απόμακρο Θοδωρο. «Το μόνο παιδί που δεν με πικρανε ποτέ. Αχ, τον Θόδωρο μου, τον παραμέλησα». Η Εκάβη έχει το ακλόνητο άλλοθι. Την διαστροφική της αθωότητα.

Η Νίνα πάλι δεν είναι λαϊκό κορίτσι. Η Νίνα, είναι μεγαλωμένη στην οδό Σίνα. Δρόμος ορόσημο. Δρόμος όριο ανάμεσα στο μεγαλοαστικό Κολωνάκι και τα μικροαστικά Εξάρχεια.


Η Νίνα σε όλο το βιβλίο επαναλαμβάνει δυο ατάκες ...«όταν πουλησαμε τη Σίνα», και τον αποτροπιασμό, το μίσος για την κόρη της "θα με σκοτώσεις φάουσα».


Από την Σίνα, η Νίνα θα περνάει από τα μπλόκα των Αριστερών στους Δεξιούς και πάλι πίσω. Η Νινα είναι Χριστιανή και συνάμα ειδωλολατρισα, η Νίνα δεν ανηκει πουθενά, μόνο στην αφέλεια και την ασφάλεια της επιβίωσης της.


Η Νίνα ερωτεύεται μόνο μια φορά, τον πρώτο της έρωτα, που όμως ...τα έχει και με άλλον. Και έτσι δεν την αφήνουν να τον στεφανωθεί. «Ας με αφήνανε να τον πάρω, θα τον έστρωνα εγώ, ποτέ δεν πρέπει να ακούς τους άλλους». Η Νίνα θα στεφανωθεί τρεις φορές- "κι αν αλλάξει η Εκκλησία την γνώμη της θα κάνω και τέταρτον"- κάθε φορά για άλλον λόγο, ποτέ όμως από έρωτα.


Η Νινα, κουβαλάει τον δικό της σταυρο, την Μαρία την κορη της, την φαουσα, «ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!…»


Το παιδί του πρώτου της στεφανιού, του Φώτη που τη τρίτη νύχτα του γάμου τους, την απάτησε με ...τον αδελφό της. Τον αδελφό της τον Αντώνη, που ο λατρεμένος πατέρας της Νινας αποδιώχνει από το σπίτι. «Δεν ήθελε πούστηδες στο σπίτι μας»...στο σπίτι της Σίνα. Ο Αντώνης, ευαίσθητος, αναζητάει τον έρωτα στους νταβραντισμένους, καυλωμένους που τον περιγελάνε, τον κλέβουν, τον λοιδορούν. Τον Αντώνη που η μόνη του παρηγοριά γίνεται μόνο η πρέζα. Η Νινα, τον ...αγαπάει τον αδελφό της, αλλά η Νινα δεν τον συμπονά, τον κρατάει μακριά. "Στο πλυσταριό, μπορώ να σε βολέψω για λίγες νύχτες"... Τον Αντωνη που πεθαινει στην εξορία.


Η Νίνα μαστόρισσα της επιβίωσης, κάνει σλάλομ σε όλη τα ιστορικά συναπαντήματα, Βαλκανικούς, Μεταξά, Ελληνοιταλικό, το συλλαλητηριο για την Κορυτσα, που όμως της πιανουν τον κώλο και οι καλτες της γεμιζουν πόντους, την Κατοχή, τον Εμφυλιο, μέχρι την δεκαετία του 50, που θα βάλει το τρίτο της στεφάνι, τον φαλακρό...αλλά κοσμοπολίτη Θόδωρο, τον γιο της Εκαβης. "Δεν είμαι πια νέα"...απολογείται στον εαυτό της. "Φαλακρός... Ε, φαλακρός. Δεν έχει και λεφτά. Δεν πειράζει...", έχει αυτή, της τα άφησε κληρονομιά το δεύτερο της το στεφάνι.


Ο Ταχτσής γράφει σε ένα σημείωμα, που βρίσκεται μετά τον θάνατο του, αλλά με ημερομηνία την μέρα που πέθανε η μητέρα του. "Τέλος τώρα, είμαι ορφανός και εκ μητρός. Καιρός είναι να πετάξω τα γυναικεία, να βγάλω τη μάσκα και να δείξω ποια επιτέλους είναι η Νίνα".

Ο Ταχτσής έγραψε ένα και μοναδικό μυθιστόρημα, και με αυτό το έπος του ελληνικού μικροαστισμού, κατάφερε να κάνει γκελ στις ψυχές των αναγνωστών του, επί 50 χρόνια.


Ο Ταχτσής πουλησε το 1962 ένα πατρικό σπίτι στο Μεταξουργείο για να κάνει μόνος του την έκδοση του Τρίτου Στεφανιού. Το βιβλίο μένει εντελώς περιθωριακό, και μόνο στην δικτατορία, αρχίζει να διαβάζεται. Ο ίδιος έλεγε ότι οι γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων ψάχνοντας για κάτι «ανάλαφρο», ένα «καταθλιπτικό διάλειμμα» στα πολιτικά αναγνώσματα των κρατουμένων της χούντας, έστελναν στους άνδρες τους το ...Τρίτο Στεφάνι. Μια χαλαρή θηλιά γύρω από το λαιμό του όποιου αποφασίσει να χαθεί στα μονοπάτια του βιβλίου.

Έχουν γράψει τόσοι πολλοί και τόσα πολλά , για τον Ταχτση, και το Τρίτο Στεφάνι. Υπάρχουν τόσες πολλές ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, για την γιαγιά του την Πολυξένη που είναι η Εκάβη, για τον μικρό Άκη που είναι ο ίδιος, γιαυτό που ο ίδιος έλεγε παντού... "η Νινα είμαι εγώ". Νίνα ήταν και το όνομα που χρησιμοποιούσε ο Ταχτσης τα βράδια του ρίσκου και της ηδονής.

Μένω σε αυτό που είπε ο αμείλικτος εχθρός και αμείλικτος φίλος του για αυτόν. Ο Τσαρούχης. «Ο Ταχτσής έκανε γκελ στην άβυσσο.»


Ο Ταχτσής υπήρξε το μαύρο πρόβατο της ελληνικής κατεστημένης διανόησης. Κανείς ποτέ δεν του συγχώρησε ότι ένας περιθωριακός συγγραφέας, ένας τραβεστί, κατάφερε να γίνει ένας συγγραφέας "θρύλος", κατάφερε να χειραγωγήσει την «πνευματική ζωή», να γίνει σημείο αναφοράς, καταφερε να επιχειρουν κατα δεκαδες οι νεώτεροι να τον αντιγραψουν σε αυτό το αρχετυπικο δραμα του Τριτου Στεφανιού, σε αυτό έπος του ελληνικού μικροαστισμού, σε αυτόν τον προφορικό λόγο που κατόρθωσε πρώτος αυτός, να κάνει γραπτό .

Πρόσφατα διάβασα τον Βασιλάκο που τον ιστορεί και παλεύει να τον ερμηνεύσει, στην «αθέατη πλευρά της σελήνης». Και τον σκοτώνει για μια ακόμα φορά, όπως κάθε ιστοριογράφος που στρογγυλεύει τις γωνίες, που αφαιρεί από τα επίπεδα, που τον φέρνει στα μέτρα της κοινής γνώμης και της κοινής ηθικής.
Ένοιωσα ακριβώς την ίδια απέχθεια που ένοιωσα για τον τόσο ανόητο Χαριτόπουλο, που έκανε ακριβώς το ίδιο λάθος για τον Άρη Βελουχιώτη. Πάλεψαν να φέρουν κολοσσούς στα άθλια μικρά μέτρα τους. Στα μέτρα της κοινής ηθικής.

Δολοφονήθηκε ή ο ίδιος σκηνοθέτησε τον θάνατο του. «Σκεφτείτε τον Ταχτσή 70αρη να πεθαίνει με όρους και σωληνάκια», θα αναρωτηθεί η φίλη του η Παλόμα...

Στη μυθολογία του Ταχτσή, με όλη της την παιδική αθωότητα, ποιος θάνατος θα ταίριαζε περισσότερο; «Ο Κώστας ξύπναγε κάθε πρωί κι έστηνε τη μέρα του σαν θέαμα. Σε αυτό το θέαμα περιλαμβανόταν και η νυχτερινή του έξοδος. Το πέρασμά του από την πιάτσα. Τον μεθούσε η ιδέα. Πιο πολύ κι από το πιοτό». Θα πει ο Νιαρχος στον Τατσοπουλο.

Ο Ταχτσής, που τσακώθηκε βιαία και ηδονικά με όποιον ήθελε να βάλει σε νόρμες και νομιμοτητες την ομοφυλοφιλία και τους τραβεστί, που έκανε ομηρικούς καυγάδες με όποιους προσπάθησαν να βγάλουν την ομοφυλοφιλία από το περιθώριο, ο ίδιος που συστηνόταν σαν αντιφρονών, σαν αντιρρησίας, σαν μοναχοπερπατητής, αυτός που αρνιόταν να γίνει μέλος οποιασδήποτε οργανωμένης ομάδας έγραφε στην Λέξη. «Η ομοφυλοφιλία είναι και θα είναι πάντα περιθωριακή, γιατί περιθωριακή είναι και η ομοφυλόφιλη τάση στον άνθρωπο -άσχετα αν μερικοί καθηλώνονται αποκλειστικά σ' αυτήν. Πώς να το κάνουμε, η ανθρωπότητα αποτελείται από άντρες και γυναίκες. Υπάρχει πάντα ένα περίσσευμα σεξουαλικότητας, που εκτονώνεται με πολλούς τρόπους -τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία, την τέχνη, το όνειρο. Μ' αυτά όμως, κακά τα ψέματα, δεν μπορείς να κάνεις παιδιά. Είναι της παρηγοριάς...»

Είδα το Σάββατο το βράδυ την παράσταση του Τρίτου Στεφανιού στην σκηνή του Εθνικού. Μια παράσταση σχεδόν 4,5 ώρες που περίμενα με λαχτάρα. Ίσως δεν περιμενα πολλά απο τον Φασουλη και τις γνωστες και σκηνοθετικές αλλά και σκηνικές ευκολίες του. Αλλά περίμενα πολλά, πάρα πολλά από τον Νιάρχο. Η παρασταση ήταν απογοητευτική, αν και διεθετε δυο εκπληκτικές ηθοποιους στοςυ ρόλους των δυο πιο πολυσυζητημένων και ζόρικων περσόνων της ελληνικής λογοτεχνίας. Και επειδή έχω δει πολλές κακοσκηνοθετημενες παραστασεις, δεν θα το έκανα θέμα, αν το έργο δεν ήταν η δική μου Ελληνική Αγία Γραφή. Με χάλασε. Με χάλασε πολύ. Παρα πολύ.


Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή...

Αγαπώ πολύ τις Κυριακές...
Τις μεγάλες Κυριακές, που παλεύω να κάνω απέραντες...
Τις «χαμένες» Κυριακές, αυτές τις τόσο γεμάτες από την ηδονή της βραδύτητας...
Τις Κυριακές που όλα βρίσκουν την σωστή τους διάσταση...
Τις Κυριακές που αποπνέουν αυτήν την τόσο γλυκεια, την τοσο ηδονική οκνηρία...
Τις Κυριακές που ξεπερνάς την μάνητα σου για την απερισκεψία της Πανδώρας, αυτής που εξανεμισε όλα τα αγαθα, αλλά χαλαλι της, αφου κρατησε την ελπίδα. Την ελπίδα για Κυριακές...

«κοιτάζω στο καθρεφτάκι, πάντα το ίδιο αυτοκίνητο, που δεν μπορεί να με προσπεράσει εξαιτίας της αντίθετης κυκλοφορίας. Πλάι στον οδηγό κάθεται μια γυναίκα. Γιατί δεν της διηγείται κάτι αστείο; Γιατί δεν ακουμπάει την παλάμη του στο γόνατό της; Απεναντίας, αναθεματίζει τον αυτοκινητιστή μπροστά του που δεν τρέχει γρήγορα, και η γυναίκα δε σκέφτεται κι εκείνη να αγγίξει τον οδηγό με το χέρι, σοφάρει νοερά μαζί του και με αναθεματίζει κι αυτή»

Κυριακές που δεν βιάζεσαι, που δεν τρέχεις, που σπαταλάς, που προσφέρεις την ύψιστη πολυτέλεια στον εαυτό σου και στους άλλους, την πολυτέλεια του χρόνου.
Του χρόνου να κοιταχτείς αργά, να κοιτάξεις τον άλλον αργά, να κόψεις κομματάκι κομματάκι κάθε χιλιοστό απο κάθε προσωπο, να φτιάξεις μικρές φορμες, να αναδιαταξεις τα πάντα.
Κυριακές που κάνεις στην μπάντα το ψεύτικο, το άμορφο, το ασύλληπτο, αυτό που τελικά είναι μη απομνημονευσιμο.
Κυριακές που αράζεις, που λουφάζεις, που χάνεσαι σε αγκαλιές, σε αγγίγματα, σε βλέμματα, σε καναπέδες, σε κρεβάτια, σε γραφεία, σε βιβλία, σε μουσικές...
Κυριακές, που αρνείσαι να κάνεις οτιδήποτε από τα ψεύτικα «πρέπει», κοινωνικά, επαγγελματικά, αυτά τα «θέλω του μέσου όρου», αυτά «θέλω της μέσης ευτυχίας»...
Κυριακές που ρουφάς αργά και ηδονικά τα δικά σου αποκλειστικά ΘΕΛΩ, αυτά που σου ανήκουν, αυτά που είσαι ΕΣΥ...
Κυριακές που το κουκούλι του σπιτιού σου, το νοιώθεις μεταξενιο, προστατευτικό, να σε αγκαλιαζει, να σε χαυνωνει στο υπέροχο τίποτα. Αυτο το τίποτα, που είναι ΟΛΑ.

Κάθομαι στο γραφείο μου, για να γράψω. Να γράψω στο ιδιωτικό και στο ...δημόσιο ημερολόγιο μου.
Κάθομαι σε ένα γραφείο υπερπαραγωγή, ένα γραφείο δώρο της γιαγιάς μου, όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο. Ένα γραφείο Chippendale, που εκείνη πίστευε (μπορεί ...τότε να το πίστευα και εγώ) ότι ταίριαζε με τα τότε όνειρα μου, κομμάτι από το σκηνικό, όσων με περίμεναν. Ένα γραφείο πολύ στυλιζαρισμένο, μάλλον άβολο που δεν συνυπολόγιζε τις Κυριακές.
Ένα γραφείο που δεν με ακολούθησε στις περιπλανήσεις μου, αλλά βρέθηκε να με περιμένει στην επιστροφή μου.

Κάτω από το τζάμι του, κάποια μικρά χαρτάκια, μικρά ιδιόχειρα μηνυματάκια, μικρά σημειωματακια. Παράταιρα με το στυλ του. Ελάχιστες λέξεις, απέραντες, γλυκές, τρυφερές, στιγμές. Οι μνήμες. Όλη μου η ζωή.
Και ένα ακόμη....
Κομμενη σελίδα μιας Κυριακής, από το ημερολόγιο της εποχής που ήμουν μαθήτρια. Ένα χαρτάκι που βρισκόταν χρόνια προστατευμένο στο πορτοφόλι μου και βρήκε και αυτό την θέση του κάτω από το τζάμι του γραφείου. Απόκομμα μιας ...Κυριακής, και πάνω του ένας στίχος.
Πάει κι αυτή η Κυριακή, κι ας καρτερούμε μια άλλη, ήτανε τόσο δα μικρή, όσο και κάθε Κυριακή, π
ου πριν την ζήσουμε ...περνάει.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Open.gov, από τον Σίγμουντ Φρόυντ στον Αλαίν Ρενό



"Η Δημοκρατία είναι μια διαδικασία δεν είναι μια κατάσταση. Η Δημοκρατία βρίσκεται συνεχώς σε κίνδυνο, και απαιτεί την διαρκή ενάργεια και την αφοσίωση των πολιτών. Η ψηφοφορία είναι μόνο η μία διάσταση και σίγουρα όχι η πιο σημαντική της Δημοκρατίας.» Benjamin Barber.

Η Δημοκρατία είναι λέξη ταμπού. Και για όσους ομνύουν σε αυτήν, και για όσους την χρησιμοποιούν σαν μια πολύ καλή «δικαιολογία», αλλά και για όσους δεν θα τα έβαφαν και μαύρα αν… δεν λειτουργούσε.

Επίσης είναι κοινός τόπος πια, ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει -αν όχι αντικατασταθεί, τουλάχιστον -ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΕΊ, από διάφορες ελίτ. Τα ΜΜΕ, οικονομικές και επιχειρημαντικές ελίτ, συντεχνιακές και «συνδικαλιστικές» ελιτ, κομματικές και «φιλικές, αλλά και ελιτ… «ειδικών», εμπειρογνωμόνων και τεχνοκρατών.

Αυτό φαίνεται και από τα ποσοστά αποχής στις εκλογές αλλά πολύ περισσότερο από τα τεράστια ποσοστά ΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ, σε συνδικαλιστικές εκλογές.
Το πιο κλασικό παραδειγμα…το ΕΒΕΑ. Ο επιχειρηματίας…υποχρεώνεται να ανήκει στο ΕΒΕΑ …για ναέχει δικαιωμα να υπάρχει, πληρώνει για αυτό, και δεν καταδέχεται να πάει να ψηφίσει. Το αγνοεί όπως ακριβώς και αυτό - παιζοντας τα μικροκομματικά παιχνιδάκια του- αγνοεί αυτόν που ...θεωρητικώς, εκπροσωπεί. Αλήθεια ποιο ήταν το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές του ΕΒΕΑ κ. Μίχαλε;

Ποιες είναι σήμερα οι «φιλελεύθερες ολιγαρχίες»; Και το «φιλελεύθερες» πια, μόνο κατ’ ευφημισμό; Και το ακόμα πιο σημαντικό, πως μπορούν οι πολίτες πραγματικά να συμμετάσχουν …πέραν του τυπικού δικαιώματος της ψήφου τους, στις εθνικές εκλογές;

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που οφείλει να δημιουργήσει η Πολιτεία για θα ενθαρρύνει την συμμετοχή του κόσμου, μια συμμετοχή που θα δίνει νόημα στην ιδιότητα του πολίτη, αυτή που θα αναστήσει στα πόδια της την «Ισχυρή Δημοκρατία», αυτή που «θα ενεργοποιήσει τις μάζες να αρχίσουν να διαβουλεύονται, να ενεργούν, να συμμετέχουν, να συνεισφέρουν, να παύουν να είναι μάζες και να γίνονται πολίτες;»

Και στον 21ο αιώνα, στην Ελλάδα, δημιουργήθηκε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ το open.gov.

Είναι το open.gov μια αντιγραφή των α λα Ομπάμα νεωτερισμών και αμερικάνικων πρακτικών; Πιθανά.

Αλλά γιατί να μην είναι ένα βήμα για τη πρακτική εφαρμογή «του τέλους της αυθεντίας;», όπως τουλάχιστον την περιγράφει Alain Renault. Ένα βήμα που προσφέρει την δυνατότητα στον πολίτη να έχει γνώμη και να την καταθέτει δημόσια για θέματα που καθορίζουν την ζωή του ΑΜΦΙΣΒΗΤΩΝΤΑΣ την αυθεντία των λογής λογής συμβούλων και την αριστοκρατική άποψη που θεωρεί την πολιτική ΑΠΛΑ σαν τεχνογνωσία, που απαιτεί μια και μόνη δεξιότητα, αυτή του ειδήμονα;
Άλλωστε στην Ελλάδα, αν πετάξεις πέτρα, …ειδήμονα θα πετύχεις.

Ξεκινάω λοιπόν, με την εκτίμηση ότι το open.gov είναι μια εξαιρετική πρωτοβουλία, με πραγματικά τεράστιες δυνατότητες.
Ελπίζω ότι είναι σαφές σε όλους μας, πολίτες και decision makers ότι δεν κυβερνάμε όλοι μαζί από το διαδικτυο.


Επίσης θεωρώ ότι είναι σαφές ότι και η αποθέωση του open.gov είναι εξίσου επικίνδυνη όσο και ο αφορισμός του.
Το open.gov ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τις αποφάσεις της Κυβέρνησης (σωστές ή λάθος), αλλά ούτε μπορεί να λειτουργεί σαν το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς».

Το open.gov δεν πρέπει να εξελιχθεί σαν συνέχεια της...εξομολόγησης που αυτή με την σειρά της εξελίχθηκε σε ...ψυχανάλυση, για να ονομαστεί σήμερα... κοινωνική διαβούλευση.
Ποιος φταίει για τον αυτόν τον κίνδυνο που διατρέχει η νεογέννητη στην Ελλαδα διαδικτυακή κοινωνική διαβούλευση; Μα η Κυβέρνηση…θα ήταν η εύκολη απάντηση και μάλιστα εν χορώ…
Αλλά….

Αλήθεια τι θα δεις αν ανοίξεις το open.gov; Την άποψη της Κυβέρνησης και τις απόψεις του Γιάννη, του Κώστα, της Μαρίας, της Κατερίνας, του Ανώνυμου, του Χατζηπετρη… Αλλά τι ΔΕΝ θα δεις;


Ρε Παναγόπουλε, ρε Παπασπύρο, ρε Μίχαλε, ρε Κασσιμάτη, ρε Ασημακόπουλε, ρε Δασκαλόπουλε, ρε Κορκίδη, ρε ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, ρε ΤΕΕ, ρε Εφοριακοί, ρε ...της Ελλάδας κοινωνικοί εταίροι, ρε εργατοπατέρες, ρε εκπρόσωποι μου, όποιο κανάλι, ραδιόφωνο, και εφημερίδα ανοίξω, πάνω στην «άποψη» και την αφεντομουτσουναρα σας πέφτω.
Στο open.gov, δεν μπορείτε να την καταθέσετε;

Αν διαφωνείτε με την πρωτοβουλία, βγείτε και πείτε το. Καθαρά και ξάστερα. Πείτε μας, εμείς έχουμε άλλα ...κανάλια επικοινωνίας (και δεν μιλάω για τα θεσμοθετημένα, για τα ...άλλα μιλάω) με την εκάστοτε Κυβέρνηση... εσείς πληβείοι συνεχίστε την ...εξομολόγηση και την ψυχοθεραπεία.


Ναι, η διαβούλευση, το “πολίτη σου δίνω τον λόγο”, είναι ενδεικτικό μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, και είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό σημάδι για τα πολιτικά ήθη και έθιμα της Ελλάδας. Ιδιαίτερα όταν μας το ΣΤΕΡΟΥΝ οι ανωτέρω θεσμικοί «εκπρόσωποι» μας, αυτοί που εξ αντικειμένου ΜΑΣ ΤΟ ΟΦΕΙΛΟΥΝ. .
Γιατί στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε ...ευνομούμενη και δημοκρατική χώρα, δεν υπάρχει η Κυβέρνηση και οι πολίτες ΜΟΝΟΝ. Υπάρχουν οι θεσμικοί συνομιλητές, που θα έπρεπε να εκφράζουν τον πολίτη και τα εργασιακά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, και πολιτικά συμφέροντα του, ΝΑ ΤΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, ΝΑ ΤΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΒΗΜΑ, αλλά αυτοί...περί άλλων τυρβάζουν.

Από την άλλη η διαβούλευση για ένα πρόβλημα συμβάλλει στην λύση του...αλλά ΔΕΝ είναι Η λύση του.

Αλήθεια, ...διαβουλευόμαστε για ποια πράγματα; Την διαβούλευση για την απόσυρση και τα τέλη κυκλοφορίας...την έχασα.
Και εκεί μου ήρθε στο μυαλό ένα παλιό ανέκδοτο -...σόκιν είναι, αλλά θα το πω...κι ας είναι τούτο το blog ...αξιοπρεπές και ...για όλη την οικογένεια.

Ο Μητσάρας, που δικάζεται για βιασμό, έχει ρητή εντολή από τον δικηγόρο του να μην χρησιμοποιήσει στην απολογία του, στο δικαστήριο...το γνωστό λεξιλόγιο που συνηθίζει, όταν ιστορεί στην παρέα του, τα σεξουαλικά έργα και ημέρες του
Κοιτώντας λοιπόν στα μάτια τον κουστουμαρισμένο δικαστή που τον κοιτάζει αυστηρά από την έδρα, με συστολή απολογείται...
«Όχι κ. Πρόεδρε, εγώ δεν την βίασα, ψέματα λέει. Με παρακάλαγε να πάω στο σπίτι της κ. Πρόεδρε μου, με κανάκεψε, μου είπε τα καλύτερα, με χάιδεψε, δική σου είμαι μου έλεγε, και ε, ...συνουσιαστήκαμε»
Καλά και μετά, ρωτάει ο Πρόεδρος;
«Ε, συνουσιαστήκαμε, ξανασυνουσιαστήκαμε, ματαξανουσιαστήκαμε... και μετά της έριξα και ένα π... κυρ Πρόεδρε μου».

Ίσως δεν υπήρχε κανένας λόγος να ...συνουσιαστούμε για τα κρατικά αυτοκίνητα. Όπως δεν υπήρχε και λόγος να ...ξανασυνουσιαστούμε για την διαφάνεια και την αναγραφή όλων των υπουργικών αποφάσεων στο διαδίκτυο. Εκεί... Κυβερνήτες μας, το μπράβο μας περιμένατε...για τα αυτονόητα και το πήρατε. Αυτά όμως, δεν έθιγαν κανέναν πολίτη, και όσοι εθιγοντο (όχι πολίτες πάντως), δεν θα το έλεγαν ...στο διαδικτυο και επωνύμως.

Όπως πιστεύω ότι παρά τις ενστάσεις πολλών, καλώς έγινε η διαβούλευση για την ένταξη των μεταναστών, για αυτό το ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΌ νομοσχέδιο που για κάποιους πολίτες από εμάς, είναι η πραγματική ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ μας. Ακόμα και στις όποιες «πατριωτικές» και μικροκομματικές κορώνες, καλώς δόθηκε βήμα. Όπως και καλώς και εμείς δεν κάναμε ομάδες κρούσης για να αντιμετωπίσουμε τα «πυρα» των εθνικοφρόνων, και αυτών που τρέμουν για την καθαρότητα της φυλής. Θες να είναι ή και να φαίνονται και σαν πλειοψηφικές αυτές οι ...«πατριωτικές» οι απόψεις; Ας είναι. Η Πολιτεία και η Κυβέρνηση οφείλει να κάνει σαφές ότι για τα ανθρώπινα δικαιώματα ΔΕΝ ψηφίζουμε, αν τα γουστάρουμε. Αλλά και αυτές καταγράφονται. Και το ότι καταγράφονται στον διαλογο, είναι και αυτό θετικό.


Για να γίνει ένα ουσιαστικό εργαλείο συμμετοχικής Δημοκρατίας το open.gov, κατ’ αρχάς πρέπει και να το αγκαλιάσουν όλοι οι φορείς που μας… εκπροσωπούν (τρομάρα τους και πάνω από όλα τρομάρα μας!!!), όλοι οι κοινωνικοί εταίροι, αλλά και το κάθε Υπουργείο που βγάζει ένα θέμα, να συλλέγει, να συνοψίζει και να κωδικοποιεί, όλο αυτό το υλικό της κάθε διαβούλευσης, και να το δημοσιεύει κωδικοποιημένα(ελάτε παιδιά, δουλειά 2 ημερών ενός ανθρώπου είναι αυτό!!!).Αυτό σημάνει διαβούλευση.

Να ξέρουμε για ποιο πράγμα συζητάμε, να καταγράφονται οι τάσεις οι απόψεις κωδικοποιημένα, και η Κυβέρνηση να αποφασίζει. Είτε λαμβάνοντας τες υπόψη (και δεν εννοώ προφανώς κατά πλειοψηφία, αλλά αναγιγνωσκοντας και άλλες παραμέτρους στο όποιο θέμα) , είτε και αγνοώντας τες.


Το να αγνοήσει τις απόψεις και τις γνώμες της όποια «πλειοψηφίας» σε ένα τέτοιο βήμα, δεν είναι απαραίτητα κακό. Πάντα πίστευα ότι αν ποτέ έμπαινε σε δημόσια διαβούλευση (για να μην πω και …δημοψήφισμα) το να διπλασιαστούν οι συντελεστές δόμησης, δηλαδή ο καθένας μας να έχει τον διπλάσιο χώρο για να χτίσει, είναι πιθανότατο να …συμφωνήσουμε όλοι( μωρέ και οι κατ’ επάγγελμα οικολόγοι να σου πω)…ε, και;;;;



100 λοιπόν μέρες και ο πρώτος μου «πειρασμός» ...η κοινωνική διαβούλευση...
Τα υπόλοιπα έργα και ημέρες (των 100 και βάλε πια ημερών) ... σε επόμενες αναρτήσεις. Γιατί;;;;
Μα γιατί 2, 5 χρόνια blogoλογώ, και η «εμπειρία» μου, αυτή η κτηθείσα εν τη blogoσφαιρα, μου έχει αποδείξει ότι κανείς, δεν διαβάζει σεντόνια.
Και εγώ πεθαίνω, λιώνω να με διαβάζετε συχωριανοί μου (σε ευχαριστώ real news για τα καλά σου λόγια), γιατί αν δεν ...έλιωνα, θα τα έγραφα στο ημερολόγιο μου, με το λουκετάκι του, τις ροζ του σελίδες και το άρωμα γιασεμί, που και ...αξιοπρεπές δεν είναι, πολύ δε περισσότερο... δεν είναι για όλη την οικογένεια.




Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Αιεν Αριστευειν

Αργό το φανάρι της οδού Λαρίσης που βγάζει στην Κηφισίας. Στα δεξιά μου, μεγάλο εμπορικό κατάστημα που οι βιτρίνες του δεν είναι φωτισμένες με Χριστουγεννιάτικα στολίδια, αλλά ντυμένες με τεράστιες κόκκινες ταμπέλες που γράφουν, «Κλείνουμε λόγω ΚΡΙΣΗΣ και Χαρίζουμε...».
Στο ραδιόφωνο «εθνικά υπερήφανοι», εκφράζουμε την συγκρατημένη δυσαρέσκεια μας για την ευρωπαϊκή «επιτήρηση».


Κουστουμαρισμένοι -αχ, πως του έλεγε εκείνος ο αλήστου μνήμης Παυλόπουλος; Α... «χαμηλόβαθμοι κοινοτικοί υπάλληλοι»-, πίνουν καφέδες σε πορσελάνινα φλιτζάνια, τρώνε κουλουράκια σε υπουργικά γραφεία, γευματίζουν στον restaurant Διόνυσος...να βλέπουν βρε παιδί μου και την Ακρόπολη φάτσα κάρτα την ώρα που μας ...νουθετούν. Την ώρα που κουνούν καρτερικά το κεφάλι τους ξανακούγοντας τις αιώνιες δικαιολογίες των κακομαθημένων συγγενών τους, ενώ ταυτοχρόνως... προειδοποιούν...
Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η κυρα Μαρίτσα «προειδοποιεί» τον άσωτο γιο της ότι θα του κόψει το χαρτζιλίκι γιατί εν μέσω εξεταστικής(της ...νιοστής εξεταστικής του), γυρίζει στις 8 το πρωί από ένα έξαλλο clubbing και της λέει έξαλλος, τι θες ρε μάννα και μου τα κάνεις τσουρέκια; Πτυχίο δεν θες γαμώ την τύχη μου γαμώ; Ωραία εγώ πτυχίο θα το πάρω....


Ποταμοί μελανιού έχουν χυθεί και ...χαθεί, για την «τραγική» κατάσταση μας. Μα ο τρόμος πουλάει... Και στην Ελλάδα, πουλάει ακόμα περισσότερο, γιατί την ιστορία την μάθαμε στο ευνουχιστικό και ελληνορθόδοξο σχολείο. Αν την είχαμε διδαχθεί, ως οφείλαμε, σήμερα θα χαμογελάγαμε όπως χαμογελάς όταν ξαναπέφτεις στην ίδια δυσάρεστη ή ευχάριστη περιπέτεια, που έχεις «ζήσει», τόσες πολλές φορές. Στην περιπέτεια που ξέρεις την κατάληξη της. Όχι απαραίτητα με happy end, αλλά με ..τέλος γνωστό και αναμενόμενο.

Καλά μην μου πείτε ...ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Μα εμείς πάντα πρωταγωνιστές φαρσοκωμωδίας είμασταν, άσχετα, αν σαν μουσική υπόκρουση βάζαμε πάντα ηρωικά εμβατήρια και ταρατατζουμ.

Το ...1849, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ήταν και πάλι στο χείλος του γκρεμού.
Και πάλι έψαχνε ...δανειστές, στις τότε αγορές του τότε ...κόσμου. Ουδεμία πρωτοτυπία μέχρις εδώ...

Βρέθηκε ο Γαλλοεβραίος Ροτσιλντ, που θα ερχόταν μεγαλοβδομαδιατικα να δει τα χάλια μας, να δει και τι θα εξαργύρωνε ...με τα χάλια μας, να διαπραγματευτεί και να μας ...δανείσει.

Η ελληνική Κυβέρνηση, με το ιστορικά διαχρονικό «δαιμόνιο» που διαθέτει, αποφάσισε να απαγορεύσει το κάψιμο του Ιούδα, για να μην «ενοχληθεί» η εβραϊκή ρίζα του Ροτσιλντ. Μπας και βάλει το χέρι στην τσέπη, μπας και αποφύγουμε και τότε την πτώχευση... ΔΝΤ, τότε δεν υπήρχε...
Το κάψιμο του Ιούδα ή κάψιμο του Οβριού, λαοφιλέστατο τότε ελληνικό έθιμο, ήταν το κάψιμο σε κάθε πλατεία, κάθε γειτονιάς ενός αχυρένιου ομοιώματος Εβραίου, που από τα μάτια του σκάγανε κάτι σαν καψούλια. Μεγαλοπαρασκευιατικο το έθιμο, μετά την περιφορά του Επιτάφιου, η ...εκδίκηση των πιστών για την προδοσία... του Χριστού.


Αλλά βρε, του Έλληνος ο τράχηλος...ζυγόν και απαγόρευση δεν υπομένει, και οι τσαμπουκάδες δευτερη γλώσσα του, εγγεγραμενοι στο DNA του. Όχι αυτό το DNA, το αρχαιοπρεπές και ηρωικό που πουλάμε και σιγά σιγά το πιστέψαμε και εμείς(α, ρε Θαλεια Δραγώνα, τόλμησες και εσύ να πεις αλήθειες...) αλλά σε αυτό το κλασικά ελληναράδικο.

Στου Ψυρρή λοιπόν, στην Πλατεία ...Ηρώων (οι ήρωες και οι μαλακίες στον τόπο τούτο... είναι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν μας) παράκουσε η οργισμένη νεολαία της εποχής την ...θεόπνευστη διαταγή της ελληνικής Κυβέρνησης, και αφού έκαψαν πανηγυρικά τον Ιούδα, μπήκαν και στο σπίτι του ΑγγλοΠορτογάλοΕβραιου Don Pacifico και τα έκαναν λαμπογυαλο.


Ποιος ήταν ο Don Pacifico; Ένας μάγκας Δον, ...γκόμενος λένε τα κουτσομπολιστικα μεσημεριαναδικα της εποχής, της Δούκισσας της Πλακεντίας, τοκογλύφος θα έλεγε ο Αυτιάς της εποχής, πρόξενος της Πορτογαλίας που όμως είχε απαλλαγεί των καθηκόντων του λόγω καταχρήσεων, θα ανέφερε ο Τσίμας της εποχής, και ο Πρετεντερης θα συμπλήρωνε ότι ο Δον είχε και την Αγγλική υπηκοότητα (αντίστοιχη της ...Αμερικάνικης σήμερα, μιας που η Αγγλία ήταν η Αμερική της εποχής).
Ο Don Patcifico, κινητοποιεί τα εγγλέζικα κονέ του, και το πρωί κιόλας της επομένης μέρας ο sir Έντμοντ Λάιονς, Αγγλός Πρέσβης στην Ελλαδα, κάνει διάβημα στο ελληνικό υπουργείο εξωτερικών, ζητώντας την άμεση καταβολή των 886.737 δραχμών για την αποζημίωση του ...Βρετανού υπηκόου.
Η Κυβέρνηση Κριεζή παθαίνει εγκεφαλικό (αν δεν μπορείτε να φτιάξετε την εικόνα στο μυαλό σας, σκεφτείτε τον κ. Παπακωσταντίνου, εκεί κάτω από τις νεραντζιές του Μαξίμου, που λες το βλέπω του ερχεται το εγκεφαλικό, κριμα, νέος άνθρωπος...αλλά να φοράει φράκο και δαντελωτό πουκάμισο), μιας που ο προϋπολογισμός της αιώνια ηρωικής Ελλάδας, τότε ήταν 4.000.000 δραχμές.

Η Κυβέρνηση Κριεζή.... δεσμεύεται (άλλη λέξη διαχρονικά γελοία) ότι θα παραπέμψει το θέμα στην ... ελληνική δικαιοσύνη, (εδώ δεν θα κάνω σχόλια, είμαι και δημοκρατική πολίτης που οφείλει να σεβαστεί τους πυλώνες της δημοκρατίας).

Έλα όμως που ο Πάλμερστον , ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, είχε την ίδια εντύπωση με τους νεοέλληνες για την ελληνική δικαιοσύνη. Απαιτεί με δικό του πια διάβημα , την άμεση καταβολή της αποζημίωσης των 886.737 δραχμών, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη ο Βρετανός υπήκοος από τους έλληνες χουλιγκανους, κουκουλοφόρους, γνωστούς άγνωστους, κλπ.

Η Ελληνική Κυβέρνηση και ο Βασιλεύς Όθων ...δεν υποκύπτουν στον εκβιασμό (αχ, Παναγία μου, όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν σε αυτόν τον τόπο) και ο Πάλμερστον προχωρεί στον ναυτικό αποκλεισμό Ελληνικού Βασιλείου...
Ο Αγγλικός στόλος καταφτάνει, αποκλείει όλα τα λιμάνια, κατάσχει τα καλύτερα ελληνικά πλοία, το Όθων, το Ανδρούτσος, , το Κανάρης, το Τομπάζης, το Σαχτούρης, το Μιαούλης, αλλά δεν κατάσχει ...όσα φέρουν τιμητικά ονόματα Άγγλων (Κοχραν, Αστιγξ). Ο αποκλεισμός κρατάει ένα εξάμηνο...
Το εμπόριο σταματάει (τιμημένοι λιμενεργάτες, ιδου οι προγονοί σας...), έλλειψη τροφίμων και φάρμακων, πείνα και αρρωστιες απλωνονται στην χωρα.
Η ελληνική Κυβέρνηση καταθέτει το ποσό των 250.000 δραχμών σαν εγγύηση ...καλής θέλησης(!!!) στο όνομα του Βρετανού πρέσβη, και η Γαλλία και η Ρωσία, που καταλαβαίνουν μετά απο ένα εξάμηνο, ότι διακυβεύονται τα ζωτικά τους δικαιώματα πάνω στον περίεργο τούτο τόπο, που έχει μεγάλες προοπτικές για αυτούς, παρεμβαίνουν σαν εγγυήτριες δυνάμεις και αίρεται ο ναυτικός αποκλεισμός του λιμανιού του Πειραιά. Ο ηρωικός ελληνικός λαός, έχει νικήσει...θα διαβάσετε σε σχολικά ιστορικά εγχειρίδια.
Αφού οι (τότε) διεθνείς ισορροπίες ...αποκαθίστανται (ερήμην μας μάλλον), αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις τα βρήκαν στις επιρροές και στις αρμοδιότητες, αφού μπήκαν και οι Πορτογάλοι στο παιχνίδι (όχι χωρίς ανταλλάγματα!!!) και αποφάσισαν να αποκαλύψουν τις λαμογιές του Don Patcifico (τρέμε Siemens) και να αποκαταστήσουν το ηθικό κομμάτι της ...ιστορίας ομολογώντας τους λόγους για τους όποιους τον είχαν αποπέμψει από την θέση του Προξένου τους στην Ελλάδα , τελικά ο Δον πήρε 3.750 δραχμές ...και παρηγορήθηκε στην αγκαλιά της Δούκισσας της Πλακεντίας, όπως θα έλεγε και η Τατιανα Στεφανίδου της εποχής...

Ιστορία, φάρσα, η Ελλάδα μας ρε συχωριανοί... Αυτή που ξέρουμε και εμείς... αλλά και οι κουστουμαρισμένοι ανάλγητοι «χαμηλόβαθμοι κοινοτικοί υπάλληλοι»- γεια σου βρε Παυλοπουλε με τα ωραία σου!!!- δανειστές μας.

Και επειδή στην Ελλάδα, τα πράγματα έχουν χιλιάδες ...αναγνωσεις, ας δώσουμε και την εκδοχή της ...άλλης αλήθειας.


Ο Μαρξ δημοσιογραφώντας εκείνη την εποχή επιτίθεται στον Παλμεστρον και τον καταγγέλλει σαν προδότη της πατρίδας του και πληρωμένο πράκτορα της Ρωσίας.

Ο Μαρξ καταγγέλλει ότι ο «ναυτικός αποκλεισμός» της Ελλάδας είναι μια καλοστημένη πλεκτάνη του Παλμερστον προς όφελος της Ρωσίας. Ενισχύει τα αντιαγγλικά συναισθήματα του ελληνικού λαού (μετέπειτα αυτό μετετράπη αντίστοιχα στο Yankees go home) και τονώνει τα φιλορωσικά.
Κάποιοι άλλοι λένε ότι η ενάρετη Αγγλία, αντιδρά σπασμωδικά με ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας σαν αντίδραση στην αιματηρή κατάπνιξη της ουγγρικής επανάστασης απο το ρωσικό στρατό (των δουλοπαροικων ντε που περιεγραφε και ο Λένιν), λίγο καιρό πριν.

Ας διαλέξουμε όποια εκδοχή βολεύει τον καθένα μας. Και τι σημασία έχει... Το τέλος της θεατρικής πράξης...γνωστό.

Μουσική υποκρουση για να διαβαστεί αυτο ποστ...






Πάρτε και αυτό, και όρθιοι σας βλέπω...





Α, και το πιο ελληνικό απο όλα. Η Ελλαδα που δεν αλλάζει ποτε, η Ελλαδα που δεν πεθαινει ποτέ, μεσα απο τα μάτια της αλήστου μνημης ΥΕΝΕΔ, η μαμα της ΕΡΤ...

Η Ελλαδάρα ΜΟΥ, η τρελή, η αδεσποτη, η μουργέλα, η γαιδουρα, η αρχαιολάγνα, η πονήρω, η πουτάνα, η γκομενάρα, το σπιτι μου, οι παντοφλες μου, η αγκαλιά μου...

Λιωνω για πάρτη σου Ελλαδάρα μου, όχι απο εθνική υπερηφάνεια. Αυτό δεν ξέρω τι θα πει. Εθνικά περηφανη δεν υπήρξα ποτέ. Ερωτευμένη μαζί σου, υπήρξα πάντα. Λιώνω γιατί είσαι η μάννα μου, η αδελφή μου, εγώ,... Τον ερωτα μου για την αγκαλιά σου, παλευω να ξορκίσω... Επί ματαίω...



Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Φόρεσε τις γόβες σου Κατερίνα...

Λατρεύω τα παλιά αντικείμενα.
Όχι απαραίτητα αυτά που έχουν μεγάλη συλλεκτική αξία και κατ’ επέκταση πολύ μεγάλη τιμή, τα σπάνια, τα απόλυτα καλοδιατηρημένα, ή αυτά που έχουν πίσω τους επώνυμες ιδιοκτησίες.
Αγαπάω τα παλιά πράγματα, που μέσα τους κουβαλάνε την ψυχή, την προσωπική ιστορία, την χαρά, τον πόνο, το πάθος, την λαχτάρα, την αγάπη, την συναισθηματική αξία που είχαν για τους προκατόχους τους.
Το μεγάλο μου χάζι, οι αγαπημένοι μου πωλητές είναι οι παλαιοπώλες. Αλλά οι παλαιοπώλες...όχι οι έμποροι «αντικέρ». Οι αυθεντικοί, αυτοί που θα σου πουλήσουν το "παραμύθι" μαζί με το αντικείμενο.

Αυτές τις μέρες, ψάχνοντας για ένα συγκεκριμένο δώρο, άρχισα πάλι το ξεψαχνισμα στα αγαπημένα μου μαγαζιά. Μεσα στην γυρα μου, ειτε αναμεσα σε καλοδιατηρημένα και «σπάνια», ή σε αυτά που δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να αγοράσω, πήγα και στην Κουρδισα μου. Το μαγαζί στο σπίτι της. Οδός Ευτυχίας. Ταμειακή δεν έχει, και παζάρια δεν κάνει. Οι μυθοι και τα παραμυθια δεν διαπραγματεύονται. Δεν έχουν καν τιμή, μόνο αξία.

Ήπιαμε το απαραίτητο τσάι, κουβεντιάσαμε ώρα πολύ και για πολλά, της εξιστόρησα τι θελω, για ποιο λόγο το θέλω, για ποιον το θέλω. Μου πρότεινε, τα ερωτεύτηκα ...όλα, αγόρασα το δώρο μου, της είπα να μου κρατήσει για λίγο καιρό κάποια από αυτά που λάτρεψα και μετά μου είπε... «περίμενε».
Σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα της, τελετουργικά από τα χρόνια και τα κιλά, και χάθηκε στα ενδότερα. Έμεινα να χαζεύω στο «μαγαζί- σαλόνι», αυτό το τόσο γεμάτο πορσελάνες, έπιπλα, λάμπες, ασημικά, βιβλία, κοσμήματα και τόσο ιδιαίτερα ρούχα.

Γύρισε κρατώντας ένα κουτί παπουτσιών στο χέρι, και με πέτυχε μπροστά στον τεράστιο και βαρυφορτωμένο καθρέφτη, να δοκιμάζω το μωβ βελούδινο πανωφόρι με τα ζωγραφισμένα στο χέρι, λουλούδια. Χαμογέλασε, κούνησε το κεφάλι της απορριπτικά και άνοιξε το δικό της κουτί. Και μέσα εκεί είχε ένα ζευγάρι γυναικεία, αφόρετα παπούτσια. Γόβες μαύρες, κοινές, παλαιομοδίτικες, όχι ...μεγάλου παρισινού οίκου, όχι πολύ ψηλό τακούνι, με γραμμένους και ζωγραφισμένους τους πάτους και την σόλα τους.

Τα παπούτσια... Τα παπούτσια που δεν φόρεσε ποτέ η Ζιγιάν. Η Κούρδισα Ζιγιάν, που σε μια Τούρκικη φυλακή πριν 25 χρόνια, της έκοψαν και τα δύο πόδια με πριόνι, μπροστά στα μάτια του συντρόφου της για να πιεστεί αυτός, να ...ομολογήσει.
Ο σύντροφος της, μέλος αργότερα του εξόριστου Κουρδικού Κοινοβουλίου, όταν κάποια στιγμή πέρασε από την Ελλάδα -τον τόπο ονείρου της Ζιγιάν-, όταν ...φιλοξενήθηκε παράνομα για 3 μέρες, πριν φύγει αγόρασε στην Ζιγιάν αυτό το ζευγάρι γόβες. Από την Ελλάδα. Από εκεί που η Ζιγιάν ονειρευόταν να έρθει. Κι ίσως ίσως να περπατησει φορώντας και τις μαύρες λουστρινένιες γόβες.

Κάποτε ήρθαν μαζί στην Ελλάδα. Η Ζιγιάν «φιλοξενηθηκε» στο Λαυριο και κουβαλούσε πάντα μαζί με τα ξύλινα φορετά πόδια της και αυτές τις αφόρετες ελληνικές γόβες. Η Ζιγιάν πέθανε χωρίς ποτέ να της φορέσει. Χθες …μου τις χάρισε η Κούρδισα εμπόρισσα μου. Σήμερα μου ανήκουν.

Αν η Ζιγιάν ζωνόταν την δυναμίτιδα και έπαιρνε στο λαιμό της αθώους, ενόχους, «αποστασιοποιημένους» ή «αδιάφορους», είμαι η τελευταία Valamonte* που θα την «καταδίκαζα». Μπορεί και να το έκανε. Δεν ξέρω και δε θα μάθω ποτέ.
Εγώ κρατάω μόνο τις ζωγραφιές της μέσα στον πάτο από τα αφόρετα παπούτσια, κρατάω τα ακατανοητα για μενα, σε γλώωσα άγνωστη, γραψίματα του συντρόφου της στις σόλες, κρατάω τον πόνο, τον έρωτα, τον ηρωισμό, την απελπισία, την θυσία και την οργή. Κρατάω την εικόνα του, να κοιτάζει την βιτρινα, πριν πάρει τις λουστρινένιες γόβες...
Κρατώ αυτά που θέλω και πρέπει να κρατήσω. Ψέματα ή αλήθεια. Κρατάω τις ζωγραφισμένες γόβες της Ζιγιάν... αφόρετες στα φορετά της ποδιά.

* Στην τελευταία ανάρτηση μου, έγραψα χθες με περισσή ...ελαφράδα, ένα σχόλιο- απάντηση στον Valamonte. «Καταδικάζω την τρομοκρατία, από όπου κι αν αυτή προέρχεται».
Και ...λίγο αργότερα, το ίδιο βράδυ, ανοίγοντας την ντουλάπα μου, το κουτί με τις αφόρετες γόβες της Ζιγιάν έτσι αποτομα, έτσι παραταιρα, ξεπροβαλε αναμεσα στα δικά μου παπουτσια, και... μου είπε: Ποια είσαι εσύ μωρέ που ...καταδικάζεις; Από ποιον άμβωνα καταδικάζεις; Από ποια ασφάλεια χωμένη, κρεμασμένη σε ποια κεκτημένα ... «καταδικάζεις»; Φόρεσε τις γόβες σου Κατερίνα... Καλά να περάσεις...
Και κατέβασα τα μάτια...
Valamonte, έκανα λάθος. Λάθος που έχω κάνει κι άλλες φορές... όταν αβίαστα, αβασάνιστα, ...αβαδιστα, «καταδικάζω». Το μόνο που δικαιούμαι να «καταδικάζω» είναι τις αιτίες (και μέσα σε αυτές είναι και η δική μας μακαριότητα, για ότι συμβαίνει έξω από την πόρτα του φιλήσυχου σπιτιού μας) που οδηγούν τους απελπισμένους να ζωστούν τα εκρηκτικά.Αυτούς που η ζωή τους πια, δεν έχει καμιά άλλη άξια πέρα από την τιμή της εκδίκησης.

Ναι ...πιθανότατα το χτύπημα δεν είναι ...αποτελεσματικό και εστιασμένο στους θύτες, στους άμεσους θύτες, αλλά στους απλοϊκούς σαν του λόγου μου, στους αδιάφορους, στους αποστασιοποιημένους, στους... από άμβωνος «καταδικάζοντες».
Ναι, μπούμερανγκ είναι η τρομοκρατία, μπούμερανγκ για τους ίδιους, της γης τους κολασμένους. Ναι, παίζονται πολλά πολιτικά, γεωπολιτικά και πολιτικάντικα παιχνίδια, και την χορδή του τόξου την κρατάνε άλλοι, που εξυπηρετούν άλλου είδους συμφέροντα και ισορροπίες. Αλλά αυτά τα ...πονεμένα και ταυτόχρονα δηλητηριασμένα βέλη, προσωπικά δεν δικαιούμαι να τα ...καταδικάσω.

Η σωστή λέξη είναι ...κατανοώ. Η σωστή λέξη είναι ειλικρινά λυπάμαι. Γιατί εγώ, είμαι στην αντίπερα όχθη, στους «έχοντες» κεκτημένα ...ακόμα ακόμα και ελπίδα για αυτήν την ζωή. Και οφείλω να κατανοήσω όσους η μόνη τους ελπίδα, είναι ...η άλλη ζωή. Όχι να τους δικαιολογήσω... αλλά να κατανοήσω. «Μακάρι οι Θεοί να ήταν μεσίτες», έλεγε μια Παλαιστίνια, παλιά φίλη των φοιτητικών μου χρόνων. Αλλά δεν είναι...


Στην ...Ζιγιάν, το πιο αγαπημένο μου τραγούδι.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

00's

Απολογισμούς δεν κάνω ποτέ. Άλλωστε έχω παραιτηθεί εδώ και χρόνια από το να συντάσσω και ...προϋπολογισμούς, μιας που με μεγάλη μου χαρά... δεν τους «εκτελώ» ποτέ.

Τα «λογιστικά» μου βιβλία, αυτά με τις λευκές άγραφες σελίδες, ούτε που ξέρω, που είναι καταχωνιασμένα, αραχνιασμένα, μιας που ξοδέματα και έσοδα, δεν εγγράφω ποτέ. "Θυμάμαι, δεν ξεχνώ ποτέ/ όσα δεν μου ζητούν/ να τους το αποδείξω"


Και πια να μπαίνουμε στην δεκαετία των ’10...

Και το μυαλό να το στοιχειώνουν φράσεις, και μια του Χωμενίδη, που χες διαβάσει πριν πολλά χρόνια, ναι ακριβώς ...δέκα χρόνια πριν, και ελόγου της να χορευει με τις φωτιές. «Αν ζω μετά από 10 χρόνια, σας ορκίζομαι πιο πολύ από χαρά, θα νιώσω έκπληξη»…
Και η καρδιά, τρελή κι αδέσποτη, αυτόνομη και μαχητική, Χαμάς, ΕΤΑ, IRA, χαζή πουτάνα χωρίς κομπόδεμα, σαν πόρνη που ξοδεύει το έχει της για τις στιγμές, να μετράει αποχωρισμούς και καλωσορίσματα.

Και εκεί ανάμεσα στην ίριδα και στο βλέφαρο να αποθηκεύονται εικόνες από ταξίδια. Ταξίδια του κορμιού, ταξίδια του μυαλού, ταξίδια της ψυχής.
Ανατολίτικα παζάρια να μπερδεύονται με δυτικές λεωφόρους, ναργιλέδες να χορεύουν τανγκό με σαμπάνιες, χιόνια να λιώνουν στην άμμο της ερήμου, νυχτερινές θάλασσες να καίγονται σε πολύβουες πλατείες, καταπράσινες κοιλάδες να χάνονται στο καυτό κυκλαδιτικο άσπρο και το κόκκινο λουλούδι, απρόσμενα να φυτρώνει στα βράχια, με λίπασμα του το πείσμα.

Με σένα που τόσα ταξίδια κάναμε, άλλα μαζί και άλλα τόσα χώρια, αλλά που σε κάθε λιμάνι ήσουν εκεί να με προϋπαντήσεις.
Σε εκείνη την ανταριασμένη θάλασσα που ο θυμός της, μας μούσκευε μέχρι το μεδούλι, στα θεόρατα κύματα που μας δείξαν τα όρια μας, εκει που εμεις τα καταπατήσαμε τα απαγορευτικά, εκει που το καταλάβαινεις και το μετράς σωστά το μεγεθος, εκει που τα κουμάντα τα έχει ...άλλος.

Αγκαλιές δικών να αναμετριούνται με βλέμματα ξένων, παλάμες ζεστές, δυνατές, να χαιρετούν το «να μαι και εγώ» και να αναμετριούνται με χέρια κρύα, άψυχα, προπεθαμένα. Μάγουλα που αναπαύονται το ένα πάνω στο άλλο. Χείλη που ξέρουν την χρησιμότητα και τον προορισμό τους. Μουσικές να συνοδεύουν συναισθήματα και να τα οδηγούν ...τσιφ στους ουρανούς κι όλα αυτά να κονταροχτυπιούνται με βαρβαρότητες, με καθωσπρεπισμους ...φουστα μπλουζα, με ανούσιες εκκεντρικότητες. Εθελοντές της καθημερινότητας, κόντρα στους εθελοντές των δήθεν «μεγάλων και ιερών».

Ποιήματα που μας σκίρτησαν, βιβλία που μας σάλιωσαν το δάχτυλο και την ψυχή, φώτα σε θέατρα που έσβησαν παραχωρώντας το φως στην σκηνή, συναυλίες που «την ακούσαμε», κουβέντες γεμάτες, με μαγευτικούς συνομιλητές, κουβέντες άδειες, με δήθεν, με δημόσια αυνανιζόμενους, περιφέροντας την ψευδαίσθηση τους ότι γαμάνε.
Σινιάλα των «συχωριανών», των αναγνωστών, στα mails, στην φράση «σε διαβάζω». Στην στάση στο τσαντίρι σου, στα χρόνια της σβελτάδας.

Μυρμήγκια που καμώθηκαν τα Λιοντάρια... Κι από την άλλη, Λιοντάρια που δεν φοβήθηκαν ότι θα φθαρεί η χαίτη τους αν τριφτεί στα χέρια σου.
Άνθρωποι γενναιόδωροι, που τα χέρια και οι ψυχές τους μοίρασαν απλόχερα, σκόρπισαν σπάταλα, και ...ω θαύμα των θαυμάτων, πάντα γεμάτοι ήταν. Άνθρωποι μίζεροι, γερολαδάδες που ξοδιάζουν την ζωή τους στο μέτρημα, που μάθαν μόνο την διαίρεση, που ο πολλαπλασιασμός θα τους γυρίζει πάντα την πλάτη.

Φίλοι που έρχονται ακάλεστοι, που ξεμένουν στον καναπέ σου, που η νύχτα γλυκόπιοτη συντροφεύει κουβέντες του αέρα. Να τα λες όλα, μη λέγοντας τίποτα.
Πρωινοί καφέδες με άρωμα φουντούκι, νυχτερινές αλκοολικές αναθυμιάσεις, τσιπούρα και ρακές σε ένα ήλιο που ...αλήθεια σου χαμογελάει ή ...δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει...
Φίλοι, σύντροφοι της ζωής, και των ταξιδιών σε ...πέρα μέρη, που άντεξαν να πάνε κόντρα στο ρεύμα των καιρών, αλλά ποτέ κόντρα στο ρεύμα της ψυχής και της συνείδησης τους.
Φίλοι και σύντροφοι ζωής που μιλάμε πια μόνο με τα μάτια.
Οι άνθρωποι ΜΟΥ. Με αυτό το καθησυχαστικό ΜΟΥ, το ΜΟΥ της ψυχής μου.

Τα μάτια των παιδιών που αναπαύονται στην σιγουριά, του ότι θα είσαι πάντα εδώ. Να τα αγκαλιάζεις, να τα φιλάς, να τα κανακεύεις, να τους δίνεις τα ελάχιστα και να σου δίνουν τα πάντα, σε εκείνο το βραδινό, χουχουλιάρικο φιλί, σε εκείνη την «καληνύχτα» που μυρίζει οδοντόπαστα και σαμπουάν φράουλα, σε εκείνο το νυσταγμένο το «σ’ αγαπάω», που σου χαρίζει απλόχερα τη συνέχεια της ζωής σου, την νίκη της φθοράς, την νίκη απέναντι στο ανύπαρκτο πλέον τέλος.

Σε όσα καταφέραμε αλλά και σε όσα αποτύχαμε. Αρκεί που το παλέψαμε. Μα τι είναι η επιτυχία; Επιτυχία είναι μόνο ο τρόπος να αντέχεις, να διαχειρίζεσαι την ήττα.
Άλλωστε στην ζωή δεν ήρθαμε να διαγωνιστούμε καρδιά μου.
Στην ζωή ήρθαμε να ζήσουμε.

Στο χρόνο! Στην μόνη μας περιουσία. Στις μνήμες μας που χωρέσαμε στις θυρίδες του μυαλού, του κορμιού και της ψυχής. Σ’ αυτές, που αφήσαμε ξεκλείδωτες, να σεργιανάνε αδέσποτες στο περιβόλι του ύπνου μας.
Στο χρόνο! Χωμάτινοι άνθρωποι... Όμορφη ζωή...